Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ατελής

κουρντίστηκα, σχημάτισα έναν αφελή κύκλο γύρω απο τον εαυτό μου
με έπιασα να παζαρεύω αγάπη...
το οχτώ, όχι το εννιά
αν γυρίσω θα γυρίσω για το εννιά
το κεφάλι μου, θα το γυρίσω προς αυτήν την κατεύθυνση
θα περπατάω στην γειτονιά και θα μουρμουρίζω, ανώμαλοι!
ένα πλάσμα με υπερτροφικό σβέρκο φέρνει την μούρη του στην μούρη μου
δεν ζητάει φιλί, μόνο ρωτάει " αφού την πήρες μυρωδιά, για πες μου πως μυρίζει;"
τα θέλω, θάλασσα, τα θέλουμε, τις θάλασσες του κόσμου
τα ανεκπλήρωτα μελάνι, τα ανεκπλήρωτα μας, μελάνι σε χαρτί
μπύρα για την νύχτα, μπύρα και καπνό, το άρωμα τους κολημμένο στον γιακά απο κάποιον, αν είναι η νύχτα μας
σούπα για τις φιλίες, πετρόσουπα, πέτρο στο είπα, προσοχή στα μπαομπάμπ...
βρεγμένα μαλλιά για τον έρωτα, τα χέρια κινούν την επιθυμία, ή η επιθυμία τα χέρια;
κι η μυρωδιά απο την γούνα της αφροδίτης, με όλον τον πόνο, κι όλη την ηδονή που έχει να αποχωρίζεις κάποιον απο το δέρμα του
βρεγμένο χώμα για τους νεκρούς μου, κι ύστερα φωτιά για τους νεκρούς μου...
πήρε να βρέχει, μυρίσαν όλα τα άλλα, φωτιά πουθενά, έτρεχα να μην σβήσει και το τσιγάρο μου, κρύφτηκα κάπου, λαχανιάζοντας τσέκαρα τον αναπτήρα, χάλασε κι αυτός
ζήτησα φωτιά, μου άναψε με ένα ανασφαλές σπίρτο
μιλούσες στον ύπνο σου λέει, δεν μίλαγα βρε άσχετε, μύριζα κι εσύ με ξύπνησες
θυμήθηκα με το κρασί, το όνειρο, κάποιον να έρχεται με το χεράκι μπαταρισμένο, με ένα γλυκό, καθησυχαστικό, πονεμένο γέλιο
που είσαι, πάνε χρόνια, δεν σου έλλειψα;
οι ανώμαλοι με πείσαν πως χάλασες, πως δεν θα γυρίσεις
οχτώ χρόνια, όχι εννιά χρόνια, εννιά χρόνια ψέμματα, έτσι;
χαζή, λέει με κατανόηση, αλήθεια λένε, δεν θα γυρίσω
νοσταλγία, βοηθάν οι κουβέρτες, οι φούτερ ζακέτες, τα χαλαρά συναισθήματα, οι αμβλυμένες αισθήσεις
ραδιόφωνο, " στην πόλη απόψε βρέχει το όνομα σου, τα βήμματα σου δεν τα ακούω πια"
κι ύστερα " τετάρτη (όχι σάββατο) βράδυ, είναι το σπίτι μου πιο ξένο, στέκομαι απέξω και δεν θέλω πια να μπω"
καιρό είχα να σου γράψω, θα καπνίσω τώρα ένα τσιγάρο στην θύμηση σου
θα στρίψω δυο τρεις φορές και το κεφάλι μου, μπας και σε δω σε καμιά γωνία

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

who the double bond has won and where it got us

Στο σούπερ μάρκετ...
Δύο χαρτόνια με πολύχρωμα, φλούο , καλαίσθητα γράμματα. Με σύνεση τοποθετημένα απέναντι απο τα ράφια με τα καλλυντικά. Γράφει λοιπόν το ένα:
Η μικροκλοπη τελικά δεν αξίζει
Και το άλλο:
Ο χώρος παρακολουθείται
Αποκωδικοποίηση: Μην βάλεις αυτήν την νιβέα στην τσάντα σου. Πάρε την παρέα σου, βάλε την κουκούλα σου και έλα για απαλλοτρίωση.
Εκ της διευθύνσεως.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

η βάγια, ο μηνάς, ο τζώνυ και η παρελθοντολαγνεία



Ανοίγοντας η Βάγια τον υπολογιστή που αποκαλούσε Τζώνυ, δεν ένιωσε ευχάριστα ούτε δυσάρεστα…
κόντευε ένα 8μηνο που είχε να έρθει σε επαφή μαζί του. Μόνο την ψυχρή του όψη έβλεπε όλους αυτούς τους μήνες και το μόνο που της προκαλούσε ήταν αδιαφορία. Γι αυτό κουνιόταν νευρικά στην πολυθρόνα και γι αυτό ένιωθε την ένταση να μαζεύεται ανάμεσα από τα πυκνά της φρύδια. Τους τελευταίους μήνες είχε χάσει την αυτοπεποίθηση της, τόσο που ξαπλωνόταν στο πάτωμα και έκανε κοιλιακούς.
Όλα αυτά τα τυποποιημένα κορμιά που έβλεπε καθημερινά σε αφίσες στον δρόμο και στην τηλεόραση στο σπίτι, την έκαναν να πιστεύει πως θα πρέπει να είχε κάποιο πρόβλημα, πως η εμφάνιση της ήταν κάπως-κάπως.
Τι από όλα αυτά θα μπορούσε να φταίει; Με αυτήν την σκέψη πάτησε το escape και βγήκε από την πασιέντζα. Κοίταξε τον Τζώνυ κατάματα, σχεδόν ερωτικά, έσφιξε γροθιές τα χέρια της και πήγε να κάνει ένα κρύο ντουζ. Ο Τζώνυ όμως είχε άλλη άποψη. Όχι ότι οι μηχανές έχουν άποψη, αλλά 8 μήνες άπραγο κουτί, φιλοξενούσε μεταξύ σκληρού και μνήμης μια αράχνη μαζί με ολόκληρο το σπιτικό της.
Το κρύο ντουζ ήξερε η Βάγια, πως βοηθάει τα νεύρα, που τον τελευταίο καιρό δεν την στήριζαν. Μιλάμε για μια κατάσταση όπου τα πόδια τρέμουν και τα πετσάκια από τα δάχτυλα της γαντζώνανε στις συνθετικές της μπλούζες. Κι έτσι κάπως κάθε εχθρός, φίλος, γκόμενος ή φαντασιακός εραστής, όπως και οι κοινές φίλες, είχαν γίνει ντάμες, ρηγάδες και βαλέδες.
Το τελευταίο ερωτικό ξεγλίστρημα δεν την βοήθησε καθόλου να ξεπεράσει ηλίθια ενοχικά συναισθήματα που ένιωθε για την φυγή της και την στείρα ανάγκη να την εκτιμούν.
Την αράχνη δεν την απασχολούσαν τέτοιες σκέψεις καθώς ετοιμαζόταν να γευματίσει μια καλοαναθρεμένη μύγα.
Άκουσε την φωνή της να λέει « σας παρακαλώ μην με πειράξετε» , σαν καμιά ανήμπορη γριούλα αν και ήταν μόνο 30 χρονών. Απευθυνόταν σε μια σειρά από καλίγραμμες γυναικείες πλάτες, ζωγραφισμένες με τα εξώφυλλα των δίσκων των pink Floyd.
Ο θάνατος και η μύγα κοντράρονταν ασύστολα. Ήταν που η δεύτερη ήταν σίγουρη πως η ώρα της δεν είχε έρθει ακόμη. Η λύσσα της για επιβίωση ήταν τέτοια που άθελα της κατάφερε να αποσυνδέσει τον σκληρό από την μητρική.
Ανέφικτα πράγματα, είπε ο Τζώνυ και βόγγηξε. Ββββουουουπ! Ήχος που της θύμισε τα γέλια που έκανε κάθε φορά που έτρωγε σαβούρδα. Ξυπόλυτη και με νωχελικά βήματα που άφησαν πίσω της υγρά αποτυπώματα πλησίασε τον Τζώνυ. Τον κοίταξε πάλι. Τι είναι βρε αγόρι μου πάλι του είπε. Πριν 8 μήνες δεν σου έκανα format; Πολύ απαιτητικός δεν έχεις γίνει τελευταία; Μήπως να σε πάω σε ψυχολόγο, στην τελική ίσως αυτός να έχει λύση και για εσένα και για μένα. Και χλλααααπ έβαλε το χέρι της μέσα σε μια γυάλα με σταφύλια.
Κι ενώ η αράχνη απέμενε νηστική το αποτυχημένο κολατσιό, αυτή η μύγα, ξεκινούσε τα ταξίδια του σε ένα κουτί ούτε μισό μέτρο σε ύψος. Έτερον εκάτερον που θα έλεγε κι η φίλη μου η Χρυσούλα, σκέφτηκε η Βάγια. Θα ασχοληθώ αργότερα μαζί σου του λέει και τον απενεργοποιεί. Λευκό…

Ο Μηνάς έφτιαχνε παζλ και εξασκούσε έτσι την υπομονή του. Ήταν ένας πίνακας του Salvador Dali, “Femme a tete roses” η γυναίκα με τα ρόδα. Γιατί κι αυτός περίμενε να ανοίξει κάποια στιγμή το στόμα του σαν την νεκρή μορφή του λιονταριού που κοιτάζει την γυναικεία ύπαρξη να ασφυκτιεί σε ένα διχασμένο σώμα. Κοιτώντας το πρότυπο του παζλ, σκέφτηκε ο Μηνάς πως η γυναίκα απέναντι από την γυναίκα με τα ρόδα είναι το τρίτο πρόσωπο.
Τοποθετώντας τα κομμάτια συνειδητοποίησε πως πολλά μπορεί να έδειχναν ταιριαστά μεταξύ τους, αλλά μόνο ένα είναι που πραγματικά ταιριάζει με το άλλο. Κι αυτό πάει αλυσιδωτά, γιατί δεν υπάρχουν μόνο δύο κομμάτια για να φτιάξεις ένα παζλ. Μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν 1000. Ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρει το ιδανικό κομμάτι έπιασε τον εαυτό του να μιλάει στο παζλ και τότε σκέφτηκε πως ήρθε η ώρα για διάλλειμα. μ α είχε φτιάξει ήδη σχεδόν το μισό περίγραμμα. Κι όμως διαρκώς σκεφτόταν ότι κάποιο κομμάτι το είχε βάλει λάθος δεν τον βοηθούσε καθόλου και ο φωτισμός. Ήταν και η μορφή στο φόντο που έδειχνε διαρκώς να περιμένει, που η σκιά του έπεφτε βαριά σχεδόν μέχρι το κάτω περίγραμμα.
Τον εκνεύριζε που ένιωθε αυτήν την μορφή τόσα οικεία, προτιμούσε το λιοντάρι από αυτό που χανόταν. Κι είχε πάψει πια να πιστεύει σε προαισθήματα. Σκέφτηκε λοιπόν μια βλακεία, σήμερα θα έβγαινε έξω ξυρισμένος μόνο από την μια πλευρά του προσώπου του. Κατεβαίνοντας από την άνω πόλη με το ποδήλατο, είπε στην κατηφόρα: «Τώρα εσύ ή θα με φας ή θα σε φάω»

συνεχίζεται

toy toll (kai pali)

Το όνειρο μου με παράτησε στην μέση ενός χειμώνα. Κι ακόμη κι αν μεγάλωσα και λέω πως ξέχασα, θυμάμαι ακόμη τους πόνους από τα αν του να μου ξεσκίζουνε την μήτρα.
Μέσα στην παγωνιά, ξυράφια φόρεσα στα πόδια μου, μην τυχόν ώρα κακή με βάλει να κοκκινίσω με της μούρης μου τα αίματα το χιόνι.
Την ζωή μου σαν εμετό αφηγήθηκα σε έναν κύριο μια γκαστρωμένη νύχτα. Και θα έλεγες, αν άκουγες σίγουρα θα το έλεγες, πως μόνο εγώ και αυτός την είδαμε ένα βράδυ, τόσο μικρή την ζωή και τόσο ξυνισμένη.
Σιγά το όνειρο, ένα σκατόμωρο, και θα στο ξαναπώ: με άφησε στην παγωνιά, σκουφώνοντας με μέχρι τον λαιμό να μην κρυώσω τάχα.
Ούτε ανάσα δεν μπορώ να πάρω ανόητε!
Σκούφος, ένα είδος καπότας, για το συνάχι και για την σκέψη την ανεξέλεγκτη. Και για τον έρωτα.
Κι ούτε κατάλαβα πως άλλαξε η εποχή από τότε. Να σου τώρα, τα μάτια του να κάνουν ζουμ στην μύτη μου, το στόμα σε ασφαλή απόσταση να γελάει, να λέει, « μικρή μου»…
Ακούς εκεί μικρή μου....
Γέμισε η μύτη σου φακίδες. Αυτό ήθελες μονάχα, λιγάκι ήλιο.
Στον ύπνο μου επέζησα από βιασμό, κι έπειτα ήρθε το γούρι μου στην αρχή ενός καλοκαιριού να με γιατρέψει. Γι αυτό δεν ένιωσα, δεν νοιάστηκα.
Μόνο μια κυρά σιχάθηκα, άχρηστο κρέας, που μου είπε για να με παρηγορήσει και καλά, πως τέτοιοι είναι οι πόνοι της γυναίκας, τα βάσανα, ένας σταυρός προσαρμοσμένος για μουνάκια.
Όταν ξύπνησα, ήμουν ακόμη εκεί που με άφησες, να μην το ξαναλέω, έτσι;
Περίεργος ο δρόμος αν από πριν ξέρεις τους φράχτες τριγύρω. Ξυπόλυτο το βάδισμα, κι ας μην το βλέπεις, το νιώθεις το συρματόπλεγμα τριγύρω. Γρήγορο περπάτημα, με δίχως πάθος βρισιές ανάμεσα από τα δόντια.
Σαν το σχολείο, τις μαλακίες, το οκτάωρο, σαν μύγα και οι υπερωρίες ξύγκι. Σαν κουβέντα με σύζυγο, ή το διάβασμα παιδιών, σαν πλύσιμο πιάτων, σαν σαββατιάτικη κραιπάλη.
Ένα κουφό σώμα που λικνίζεται, και βρισιές που ακούγονται χωρίς να ξεθυμαίνουν οι καβγάδες, χημικές βροχές που και που. Φυσικά μπύρες. Και βιαστική επιστροφή των μπουκαλιών, να μην θυμάμαι.
Την βουτιά στο κρεβάτι και το πνιχτό « καληνύχτα », πριν τα μεθυσμένα λόγια με την φροντίδα της σιωπής, πολλαπλασιαστούν σε συναισθήματα και σε νοήματα, στα κεφάλια μας.
Τώρα η ώρα είναι δώδεκα, πολλά ψηφιακά ρολόγια θα δείχνουν τέσσερα ωραία μηδενικά, μα αυτό δεν είναι τίποτε σπουδαίο, συμβαίνει κάθε βράδυ, για να μην αναφερθώ σε ρολόγια που κολλήσαν, ή πάνε μπρος, ή πίσω.
Αναγνωρίζω πια το περίεργο πρόσωπο σου στον πολύ κόσμο. Χάρηκα που όταν σου είπα να πάρουμε σπρέυ και χαρτόνια, πιαστήκαμε χέρι χέρι και κρατηθήκαμε για λίγο. Κι ότι τράβηξες το χέρι σου όταν ξαναβρήκες συνείδηση, δεν μπορώ να πω τι σήμαινε αυτή η κίνηση για εμένα. Εννοώ πως με έκανε να νιώσω…
Τι περιθώρια μου αφήνει να μην φοβάμαι, να μην σε τρομάξω, πόσους χαμένους οργασμούς ζωγραφίζει, τι χρόνο σου δίνει μέχρι να φας κλωτσιά.
Αν θα μπορέσουμε κι εμείς μια μέρα όπως κάθε πιστός να παινευτούμε, « κάνουμε πράγματα μαζί », σε ένα φανταστικό ζηλόφθονο ακροατήριο, κι όλα τα συναφή.
Ή αν απλά γεμίσουμε τον κόσμο εξυπνάδες, σκέψεις και συνθήματα. Η αν απλά γελάσουμε που στερέψαμε από ιδέες και ακτιβιστικά κίνητρα νωρίς νωρίς. Κι αν στο φινάλε αρσενικό θα μου μάθει τα κατατόπια.
Και για να καταλήξω, ιδέα δεν έχω αυτή η συνάντηση, κι αυτό το κράτημα τι ήταν. Το ξέρεις, το μωρό μου με άφησε μαζί με άλλες, όχι πολλές μα ούτε λίγες αγάπες.
Μα άλλαξαν καιροί και μέρη από εκείνη την παγωνιά, σχεδόν κάθε μέρα είναι πια λιακάδα.
Δεν εννοώ καμιά τρελή χαρά, απλά και ανώμαλα καιρικά φαινόμενα.
Χάνεται τώρα η ιδέα, η πρωινή ανάμνηση, την πνίγουν γερασμένες θεές του έρωτα.
Κακογαμημένες, κακόπληρωμένες, πλαδαρές κυρίες, με βιασμένα χαμόγελα.
Κι ακόμη κι αν κλαίγομαι, κι ακόμη κι αν κρύβεσαι τώρα στα γέλια και τα βυζιά μιας άλλης φιλενάδας σου…
Τα κτίρια χάνονται για μια στιγμή, ο κόσμος γίνεται αιμοσφαίρια, σοφά τοποθετημένα, με αρχιτεκτονική μαεστρία, ή με όλο χάρη αδιάκοπα κινούμενα.
Κι ύστερα το μάτι επιστρέφει πάλι, κουρασμένο από εικόνες, χαζοκοιτά πάλι, δεν βλέπει.
Άσχετα με τα πολλά τα όνειρα της σκέψης, δεν είναι οι ενοχές που βαραίνουν τα όνειρα του ύπνου, ούτε τα ξέφτια μιας μακρινής και τάχα έξαλλης εφηβείας.
Αυτό που διώχνει τον ύπνο, ή τον κάνει ανυπόφορο, είναι η φωνή σου μπλεγμένη σε τρυφερό τραγούδι. Να στάζει νοσταλγία, οικειότητα, συγχώρεση, να απαγορεύει κάθε επιστροφή.
Καλά μου λέει έκανα, που έκλεισα την πόρτα, με βιασύνη κατέβηκα τις σκάλες, για να γυρίσω στην ασφάλεια της μοναξιάς μου.. και τι κι αν σε άφησα στην μέση ενός χειμώνα…
Πως η ψυχή μου είναι καθαρή μου λέει. Μα δεν μου λες το όνομα μου. Με αποκαλείς όλο συγχώρεση, στρατιώτη.
Τι να σου λέω τώρα βραδιάτικα, τι να μοιρολογάω..
Για ιστορίες ενός κόμη, τρελού και ξεχασμένου, ή τα προβλήματα μου όταν πέφτω για ύπνο, πριν να ποτίσω την ανασφαλή πενθούσα φίλη μου…

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

something old and something blue

Σε αυτές τις περιπτώσεις, που αυτό που με ενδιαφέρει μοιάζει ή είναι μακρινό. Όπως το να προσπαθώ, να γράψω στο σκοτάδι, με δώδεκα κεριά αναμένα. Κρατάω την σιγουριά πως το αποτέλεσμα κρατάει σταγόνες διάυγειας.
Είναι μια συγκεκριμένη μου κίνηση- ένα τράνταγμα που προσπαθεί να μην περιέχει στοιχεία ερωτισμού- που υποκαθιστά τις σκέψεις και τις προσδοκίες μου για έρωτα, και έναν αμοιβαίο δισταγμό για επικοινωνία. Αυτό που πυροδοτεί είναι απλά και μόνο σημεία, σημάδια κοινωνικά.
Δεν πρόκειται για το ασυνείδητο που βγαίνει και κατασπαράζει, είναι απλά και μόνο μια κοινωνική σύμβαση.
Το γέλιο, πηγαίο ή όχι, δεν είναι κοροϊδία, μα ποιά λανθάνουσα επικοινωνία δεν κινδυνεύει να γίνει μάχη, ειδικά όταν γνωρίζουμε πως κινδυνεύουμε να κουβαλήσουμε σαν ενοχή την σαπίλα ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, το οποίο βλέποντας τη θάλασσα μας να βαλτώνει παίρνει τις ανάσες του;
Και δεν θέλω κανένα σπίτι να σκεφτώ, ούτε το γιατί οι φίλοι- ευχαριστώ- και οι φίλες- παρακαλώ- πρόλαβαν να με νουθετήσουν πριν με νουθετήσω εγώ.
Θέλω να κουμπώσω σε έναν ώμο, να μπω μέσα σε ένα σώμα, να ανταλάξω, να μην είμαι η κάβλα, να μην είμαι αντικείμενο, χλευασμού ή πόθου, μανταλάκι, καροτσάκι.
Και τα βαρέθηκα τα συναισθήματα, σαν να πολεμάω μόνη μου την τρέλα μου. Και το τηλέφωνο κάνει πάλι του κόσμου τα παράσιτα.
Και δεν είναι ανάγκη, την θλίψη, την απώλεια, να την μεταφράσω σε κατάθλιψη, όπως επίσης δεν είναι ανάγκη, να τοποθετήσω κανέναν άντρα να στρέφεται γύρω μου.
Αφού η ανάμνηση της εμπειρίας μου στα Γόμορα, μου αποκάλυψε λαχτάρα, ευγνωμοσύνη για ένα παλιό συναίσθημα, δέσιμο.
Και πως μπορώ να έρθω σε εσένα, " με άντρες πνιγμένους στα μαλλιά μου";
Πως γίνεται να βρεθούμε, να κοιταχτούμε ευθεία, αν όχι σε αυτήν την μη κανονική συνθήκη όπου εγώ ξεπερνώ τον εαυτό μου;
Και ίσως να είναι απλά ότι τον προσπαθούσα πάντα τον έρωτα με μανιά, την διεκδίκηση με μανία.
Με θέλω να είμαι κοντινή, οικεία, πως γίνεται η συναναστροφή να μην δημιουργεί προσδοκίες;
Και πως να τις αξιοποιήσω αυτές τις προσδοκίες, αντί να τις σαμποτάρω;
Κι ας μην χύσει κανένας ή καθένας ιδεόκαυλος.
Πονάει ο κυνισμός, αυτά που εγκαταλείπονται, η ψεύτο-ανωτερότητα.
Ξέρω πως γράφω, εν είδει εξομολόγησης, για να σώσω, τον συναισθηματισμό μου, τη σφαίρα επιρροής μου, την μέσα ζούγκλα μου, το καταφύγιο μου, αυτό το ποτάμι που με κρυφάκουσε, αυτόν τον πύργο, που κατοικείται απο ανθρώπους μελλοντικά ζωντανούς, την πράσινη πόρτα, που ανοίγει πέρασμα σε υποτασικά όνειρα, κάποιο βλέμμα, όπως εγώ το μεταφράζω, μερικά όμορφα πράγματα ακόμη..
Αυτά που είμαι εγώ, που με βρήκα να τα υπερασπίζομαι, φωναχτά, πεισμωμένα, λες και δεν έμεινε καμιά άλλη μάχη πέρα απο τον διάλογο. Κι ύστερα μοιάζει να μην υπάρχει άλλη διέξοδος, πέρα απο τις μπύρες, το κρασί, το γράψιμο, τις ανυπόμονες και βιαστικές συνευρέσεις.
Πόσο παρακμιακός είναι ο παλιός μου σπιτονοικοκύρης, ο συναίτερος της Βάσως, οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι μια καρικατούρα στην τιβί μπορεί να αλλάξει την ζωή τους, οι πεινασμένες για επιβολή γυναίκες, οι ψευτό-σίγουροι άντρες που θεωρούν σχέση να σου επιβάλλουν την κάβλα τους, η συγκρατημένη αισιοδοξία των πρωινών καλοντυμένων ανθρώπων, με συμπεριφορά αγέλης, στο μετρό, στο τρένο, στον δρόμο.
Τα ειρωνικά βλέμματα τριγύρω.
Πόσο πιο πολύ μπορεί να με αρρωστήσει, αυτή η μπλόφα του συλλογικού ασυνείδητου;
Πόσο μελαγχολικό είναι το πρωινό ξύπνημα. Πόσο παρήγορη η ιδέα ότι κάποιος με σκέφτεται όταν ξυπνάει.
Φαίνονται τώρα τρομακτικές οι σχέσεις, η βία τους, το χάος τους. Τα ασφαλή τους όρια ασφαλώς.
Και σε όλα αυτά, η συμπαθητική, η εύθραυστη λογική μου. Και η ανάγκη για ένα απαλό πως περνάς, σαν μια παρένθεση απο τις ζωές των άλλων.
Όπως αποκρυσταλλώνεται η παρουσία σου, μέσα απο την ηρεμία, οι συμπεριφορές δεν δείχνουν κάτι άλλο εκτός απο συμπάθεια.
Δεν υπάρχει αναζήτηση, σε λόγια ή γραπτά. Φαίνεται σαν να μην μένουν πολλά λεκτικά, ο φωτισμός δεν βοηθάει.
Τέρμα οι σκέψεις, οι ψεύτικες συγκρούσεις, τέρμα τα κεριά, τα λεφτά, τα συμβόλαια, οι μέρες γαμό-έρωτα, που μου έφαγαν τα χρόνια..
Τέρμα οι ενοχές, τέρμα οι πόνοι.
Ποιά έχωσε στην τσάντα μου αυτόν τον καπνό; Γιατί με αγαπάει; Γιατί μαλακώνω τόσο με μικρά κομμάτια αγάπης;
Τι μου δίνει σιγουριά, γιατί θέλω να συνεχίσω;
Σίγουρα όχι μόνο αυτή η πέτρα που δεν ξέρω πως να την πετάξω, μα είμαι σίγουρη πως θέλω να βρει στόχο.
Όχι μόνο αυτό το αγόρι που δεν ξέρω πως να του μιλήσω, κι ούτε είμαι σίγουρη πως θέλω να με ακούσει..
Και για να εισάγουμε στο νέο μέσο την διάδραση (για πες κι εσύ αναγνώστη/ρια), ... το ένα αυτί ακούει το άλλο και τα δυό...
ε; ε;

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

νηφάλια

Το ίδιο έργο, ξανά και ξανά. Ύπουλες κόντρες ξανά και ξανά, για να αποφύγουν κάποιοι ένα ραντεβού, που ακόμη κι αν είναι λίγο, που σίγουρα με όρους νίκης ή ήττας μεταφρασμένο είναι άνισο, δεν θα είναι δα και μοιραίο. Κι όλοι αυτοί που μας υπονόμευσαν, που μας δώσαν ρόλους που δεν τους θελήσαμε, και που χτυπήσαμε τα κεφάλια μας σε τοίχους για να μην οικειοποιηθούμε αυτούς τους ρόλους. Που δεν κρατήσαμε ψυχραιμία, για να ακονίσουμε αυτό το μαχαίρι, που δεν θα μακελέψει κανέναν ή καμία, απλά θα κόψει τον ομφάλιο λώρο με τον καθωσπρεπισμό, τις νουθεσίες, τα μέσα απο τα δόντια λόγια, τις ψεύτικες χειρονομίες οικειότητας.
Λέω συντρόφισσα, μήπως δεν μας πήραν το μέρος, αυτοί που κάποτε πιστέψαμε, αγαπήσαμε, τι τρέλα αυτή η αγάπη, τι ανιαρή η πίστη, γιατί δεν μπορούν να το καταπιούν, πως κουβαλάμε στα λόγια μας ένα παιδί, μα αυτοί δεν μπορούν να δουν, φοβισμένοι όπως είναι, τίποτε άλλο απο ένα πτώμα.
Το αρπάζουμε, μισό- πνιγμένο, το τυλίγουμε, το ζεσταίνουμε, ανοίγει τα μάτια του, τρομάζει απο τον θυμό μας, αποκόβεται απο εμάς, γίνεται σύνθημα, σπρωξίδι, γυαλιά, πέτρες, καρφί στο μάτι τους.
Παρίες, έτσι μας βλέπουν, δεν το διαλέξαμε...

Συμβουλεύομαι ένα λεξικό...

παρίας: Μέρος του λόγου: Ουσιαστικό
1. μέλος εκτός κάστας
2. απόβλητος της κοινωνίας
3. άτομο χωρίς δικαιώματα

Κι άλλωστε δεν ξέρω, υπάρχει θηλυκό για αυτήν την λέξη;

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Ένα σπασμένο ποιήμα. Όχι δεν κλαίω, ένα γυαλί του μπήκε στο μάτι μου

Ανάμεσα σε χείλη και χείλη, υπάρχουν πόλεις απο άφθονη στάχτη και υγρό λοφίο, σταγόνες του πότε και πως, ακαθόριστες κυκλοφορίες, ανάμεσα σε χείλη και χείλη, όπως σε ακτή, απο άμμο και γυαλί.
Περνάει ο άνεμος.
Γι αυτό δεν έχεις τέλος.
Περιμάζεψε με, όπως αν ήσουν όλη επισημότητα, όλη νυχτερινή, σαν μια περιοχή, ώσπου να γίνεις ένα με τις γραμμές του τρένου.
Προχώρησε μες τη γλυκύτητα, έλα στο πλευρό μου, ώσπου τα δαχτυλόσχημα λουλούδια των βιολιών να σωπάσουν.
Ώσπου, τα μούσκλια να ριζώσουν στον κεραυνό, ώσπου απο τον σφυγμό χεριού και χεριού, να κατέβουν οι ρίζες.

απο το ποιήμα του Pablo Neruda, "Συμμαχία", με τους έρωτες, τα σφάλματα, την φ. που απαγγέλει ποίηση..