Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

ο τζώνυ, ο αλήτης η κορμάρα


..και τα παράπονα στην λίνα..
μαζί με μένα πήγε στον πάτο ένα ολόκληρο αρχείο με γράμματα, όλα μιλούσαν για τους άλλους. θυμάμαι τότε κάποια να μου λέει πως με χρειάζεται σφίγγοντας τα χέρια της, μπροστά απο την τρύπια καρδιά της, φοβάμαι πως δεν θα τα καταφέρω της απάντησα κι έσβησα με ένα βουουουπ.
γιατί άφηνε καβάτζες να ρίχνουν τους καφέδες πάνω μου, γιατί ξεσκόνιζε μια φορά στο δίμηνο, γιατί επέμενε να μου καρφώνει μολυσμένα στικάκια, κι αυτά είναι μόνο η αρχή.
με αυτό το κατηγορώ ξύπνησε το πρωί η βάγια, κι αποφάσισε να πάει μια βόλτα προς τα πάνω μιας κι είχε κι εκεί απλήρωτους λογαριασμούς.
τα είχε ψιλοτσεπώσει οπότε μπήκε κουβαλώντας τον αλήτη στα χέρια της.
ωραίο σχήμα της είπε ο τεχνικός, αεροδυναμικό.
βλέποντας το όλο υπονοούμενα μπαφο-πιωμένο μάτι του, του είπε με στυλ "αλβανός, αλλά αξιοπρεπής", ενώνοντας τον αντίχειρα, τον παράμεσο και το μεσαίο και κάνοντας μια κίνηση απο το στήθος ως τον αφαλό.
και συνέχισε.. τον σκληρό σε μια θήκη για να ξεμπερδεύουμε.
όπερ και εγένετο..
έτσι είναι οι κομίστριες της είπε ο μηνάς, ξεροκέφαλες, αποφεύγοντας κάθε επανάληψη, χορεύοντας παρόλα αυτά στον ρυθμό της.
πέρασαν την νύχτα στην κάσα απο μια γκρεμισμένη πόρτα, χα, γέλασε με την όραση της, κάποτε παρακαλούσα να μου ανοίξεις, αυτό που σάλευε και κουνιόταν ήταν ένας ασβός, ένας σκατζόχοιρος, ή ένα ποντίκι,ίσως κάτι άλλο μα σίγουρα όχι σαράκι, οι τρεις τους παίξαν μια διασκευή απο το όνειρο θερινής νύχτας.
πόσο τσιγκούνα έγινες στα λόγια περήφανη τιτανία, κι εσύ ρε πουκ αδιόρθωτος,είπε με αλαζονεία ο όμπερον. η τιτανία δεν πίστευε στην μαγεία και με θράσσος του γύρισε, το πρόσωπο του ήταν τόσο όμορφο, που του έβαλα μια μάσκα γαϊδουριού για να μην σε ξεχάσω. κι έτσι δεν αγκαλιάστηκαν κι ενώ ο όμπερον έφευγε με ένα χαμόγελο φτιαχτό, η τιτανία σεργιανούσε παίζοντας με την σκιά της μέσα στην νύχτα..
κι αφού ότι ήταν να επικοινωνηθεί- επικοινωνήθηκε, η βάγια κι ο μηνάς, πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις.
αν ακούσεις τα σπίτια και τους δρόμους, οι ερωτήσεις δεν θα είναι ατάκες, θα βρουν τις λέξεις κι αν όχι θα στις ζωγραφίσουν, γι αυτό ίσως κάποτε να είναι καλύτερα απο τους η.υ, τα αμάξια και τα ποδήλατα, είπε ο μηνάς. ναι, γι αυτό αγαπάω τα σπίτια και τους δρόμους, είπε η βάγια, γιατί δεν είναι ευέλικτα, γι αυτό και για τα φαντάσματα τους, γλυκοχαιρετήθηκαν πριν χωριστούν.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

an...

εμένα μου αρέσει, εμένα δεν μου αρέσει, μαδούσε μαργαρίτες, κοίταξε κι αυτό το κείμενο, για τις συναισθηματικές δυσκολίες,που της το έδωσε ένα κορίτσι με μάτια λέηζερ, ηφαίστεια σκάγαν απο παντού, μια οπτική παραίσθηση, οι άλλοι, ή οι πληγές της που πυοραγούσαν, χμ ένα γκράφιτι, έχουμε ένα παγκάκι λέει ένα λυπημένο αγόρι σε ένα ντροπαλό κορίτσι, χμ κι απο πάνω μας οι υπηρεσίες που πρέπει να προσφέρω, και το βαρύ πυροβολικό και τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών της σηκωνόντουσαν, παίρνω αυτό που θέλω είπε μια, η πρωκτική ηθική ξόρκισε με μια σκέψη το σίγουρο βλέμμα της, ένας μικρός αυτοκτονικός παίρνει το χαρτομάνι μου και το κάνει σαϊτες, μια μπαίνει στο μάτι της.
μια που την βάλαν τιμωρία, με το θάρρος που μου δίνει μια καινούργια γνωριμία, την υποστηρίζω και χρωματίζω τα λόγια της,και δεν λέει- δεν σκέφτεται- δεν δείχνει, παίρνει ένα φύλο απο κάτω και το λιώνει στα χέρια της, στιγμούλα..
κοίτα αυτό, κοίτα και το άλλο.
πούπουλα εδώ, πούπουλα εκεί, αρκετά με τα πούπουλα σας περιστέρια, μας γαμήσατε. ένα να διασχίζει τους αιθέρες, κι ένα τσαλαπατημένο σε ένα κτίριο έκτρωμα, απο μέταλλο και γυαλί, ένα στο μπάνιο, να χαζεύει την ομορφιά του.
η πόλη μου χαμογελάει ψιθυρίζει η ονειροπόλα, ποιός σε γαμάει κι εσένα της λέει κάποιος που κατασπαράζει τη ζωή της, την χαμογελαστή.
κι ηφαίστεια σκάγαν να ξυπνήσουν τις αποχαυνωμένες τις αισθήσεις.
το 'χει, το 'χει, αφήνω το σχοινί και πέφτεις πάνω στον καλοταϊσμένο κώλο σου.
σε ρώτησα; με γρήγορες κινήσεις βγάζει το κοκαλάκι της και του το μπήγει στο χέρι, σταγόνες αίμα κάνουν τη σιγουριά, απελπισία, το ερωτηματικό τελεία.
ηφαίστεια, πληγές, κουβέντες, συμπαράσταση, καλό κι αυτό, μισώ απο συμπαράσταση, παραμύθια φούρναρη, εφιάλτες και τα μάτια αφόρητα ανοιχτά.
μια χαρά, και το ρ να έχει μαζέψει τόση μύξα, που γίνεται η φράση ίωση, απο αυτές που αν ρε δεν πας να γαμηθείς, δεν παιρνάνε.
και τα χαρτιά, ημιτελή, καρδιά μου εδώ, κι ανάσα μου εκεί και ματάκια μου παραπέρα, αχ ψυχούλα, και μας τάξανε γλυκό και δεν μας το δίνουν δεν μας το δίνουν οι καριόληδες.
σταματάω τα μοιρολόγια και ανεβάζω το βέλο, στα ψέμματα έτσι;
απλά είναι συγκεκριμένα τα πράγματα που δεν αντέχω.
ουφ, τρόμαξα.. μη σου μείνει κουσούρι.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

τι σκεφτόσουν όταν



πήρες φόρα;
μέτρησες τα διλήμματα;
έβαλες τον χρόνο σε μια ανάσα;
γύρισες τα πάνω κάτω;
έκανες την επιλογή;
και φυσικά, μες τα όμορφα λόγια, σώπα
και όταν σκάσαν τα αρώματα είχες κουλουριαστεί
και πάλι καλά που είχε έρθει αυτό το γατί και δεν ομόρφαινες με κάθε αστέρι που έπεφτε.
πάλι καλά που κάψαμε αυτό το τσαμπί απο σταφύλλι και μύρισαν όλα σιτρονέλα.

τώρα είσαι εδώ- κι αν χαράζει ωραία στο αιγαίο- που να δεις ηλιοβασίλεμα, να χάνεται απο το γκρίζο κι εσύ να το κυνηγάς..

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

the art of being butch (er)

3 έδειξε με το χέρι του, μα σε ένα άλλο στιγμιότυπο, το συκώτι του, ήταν πάνω στο τραπέζι και με ένα κοφτερό μαχαίρι, μπροστά στα μάτια του, η καμία, έφερε πάνω του τρεις σβουρηχτές μαχαιριές.
καλό μήνα είπαμε; ρώτησε ο σαλταπήδας, κοιτάζοντας την μισοκοιμισμένη...
H μητέρα νιώθοντας μια ένταση που δεν της πολυάρεσε, μπούκαρε μεσα στο δωμάτιο να τακτοποιήσει, τις βρώμικες σκέψεις, την κατάλαβαν απο την μυρωδιά της ναφθαλίνης, πριν ακουμπήσει το πόμολο.
Τι κάνετε εκεί; ρώτησε απειλητικά; παίζουμε τον γιατρό είπε ο σαλταπήδας σαρδόνια, ενώ η καμία, ταχτοποιούσε τάχα τα ρούχα της, κοιτάζοντας το πάτωμα...