Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012


Στον ροδακινί τοίχο, κρέμασα το εξώφυλλο ενός cd, δώρο απο κάποια ξεχασμένα γενέθλια στο μανιφέστο. Έχω -λέει- καιρό να αφήσω το πνεύμα ελεύθερο για κοινωνικές συλλήψεις. Σε πεθύμησα. Μοναξιά στην πόλη, χαμόγελα και αγκαλιές, μυρωδιά απο κολώνια, ανακατεμένη με αλκοόλ και ιδρώτα, μ αγαπάει, κι εγώ το ξέρει. Έχω λοιπόν καιρό, το μεταφράζω έχω χρόνο, εύρος κοινωνικής απεύθυνσης λέω με μια επιτηδευμένη γκριμάτσα και γελάμε, αποχαυνωμένοι απο τη ζέστη, καημενούληδες.Κι όμως άσχετα με τον κυνισμό χαίρομαι για τις διεργασίες που δεν μπορούσα να καταλάβω μέσα στον πανικό και το τρέξιμο, και τις διαφωνίες, χαίρομαι που βρέθηκα με κάποιον έξω από εκείνη την εκκλησία και μιλήσαμε τόσα απογεύματα, έναν χρόνο πριν, κι έπρεπε να περάσει όλος αυτός ο καιρός για να καταλάβω ότι καταλαβαινόμαστε. Παλιμπαιδίζω τούτες τις μέρες ήμουν βλέπεις για καιρό, "δανεισμένη μαμά". Κάπως έτσι σκαρφάλωσα στην πλάτη του κουμπάκια με τα γυαλιά, κάπως έτσι μου ήρθαν πολλές αναμνήσεις μαζεμένες. Τα πάρτυ ανάμεσα απο τα ελληνάδικα, και τις ταβέρνες,τις αισθήσεις μου λαίμαργες τη φωνή μου να τρέμει. Την τρεχάλα μου με τις σαγιονάρες στην κατηφόρα- να φύγει το άγχος-να χαθούν οι σκέψεις. Την συναυλία των chumbawamba, που λέω χρόνια τώρα να μην είχα σώσει να πάω, και ξέρω πάντα πως πάλι θα πήγαινα, χίλιες φορές,μόνο που τώρα θα σε βουτούσα απο τα μαλλιά επιτόπου. Το κοζάρισμα με τα αγόρια στην πλατεία, τις αδέξιες προσεγγίσεις στις αφίσες και τα έντυπα. Όλα τα αδιέξοδα βουτηγμένα στο bourbon στο μανιφέστο, 24 χρόνων. το πρωινό στους κήπους του πασά, το "στίγμα", οι μανίες. Είμαι μεγάλη πια και δεν είμαι φρικιό και εξηγώ και πιστεύω πάλι απο την αρχή, ακόμη και σε αυτόν τον κόσμο αραδιασμένο σε ξαπλώστρες,απηυδυσμένο και νωθρό, με κάθε λογής παιδιά, με όλα τα χρώματα τα βερνίκια, με τις τακτοποιημένες νευρώσεις, τις διακριτικές παρατηρήσεις Είδαμε καιτα 4 shrek με τα μωρά και τους εκμυστηρεύτηκα ότι ο μαγικός αυλός ήταν το αγαπημένο μου παραμύθι, και πανηγύρισα από μέσα μου όταν ανακάλεσε την εικόνα του αυλιτή σε ανύποπτο χρόνο, και απάντησε στην παρατήρηση με ένα "επιτρέπεται να έχουμε φαντασία έτσι;". χαχαχαχα Τι έλεγα ήμουν στο τσακ να πάρω τηλέφωνο, γιατί ακόμη λαχταρώ το πρώτο σου βλέμμα, και την φωνή σου, μα ύστερα σκέφτηκα ότι μπορεί να μην το σηκώσεις. Και το ότι είσαι μπουνταλάς, κι ότι αν δεν φορούσες πάντα αυτά τα γυαλιά θα το χα προσέξει αυτό απο την πρώτη στιγμή στο βλέμμα σου. Κι ύστερα σκέφτομαι την γκριμάτσα κάποιου, το πως κρεμάει το στόμα όταν φοβάται ότι θα κάνω μαλακία, κι ένιωσα λίγο συνεπής, στο παρόν μου, ένιωσα πως δεν χωράει πια η εικόνα σου στην μνήμη μου, τουλάχιστον όχι τόσο επίμονη. Γιατί πάντα το παθαίνω αυτό όταν σε σκέφτομαι, νιώθω ερωτευμένη, μα η βελόνα της πυξίδας μου περνά από πολλά πρόσωπα, και δεν μπορώ να ησυχάσω, ή να συγκεντρωθώ σε κάτι και κάνω ότι μου κατέβει και πονάω τον άλλο όπως εσύ εμένα και...φεύγω Νιώθω όπως σε εκείνο το όνειρο όπου είπα διψάω και τους κοίταζα όλους εκτός απο εκείνον κι αυτός μου έγνεψε εγώ και ξύπνησα λέγοντας μέσα μου "ότι κι αν γίνει", και...έφυγα. Μοιάζει να αργεί αυτό το φθινόπωρο να έρθει, ή χρειάζομαι χρόνο να επανέλθω, ή δεν είδα όλα τα πρόσωπα που αγαπάω ακόμα, ή πρέπει να περάσει μια κυριακή,για να νιώσω μέρος της πόλης φάντασμα. Με ελληνικό στο καφενείο, με λαϊκά στην κουζίνα, με παρέα σε κάποιο σπίτι, με εκδρομή. Κάτι να φύγει η μοναξιά, να έρθουν τα πράγματα στις διαστάσεις τους, να μπορέσω να το εξομολογηθώ, φοβάμαι, μα δεν γίνεται πια να κάνουμε αλλιώς..

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

νανούρισμα


κοιτάζω το ζευγάρι που φιλιέται και λιώνει, μπροστά στην θάλασσα, όπως πέφτει το σκοτάδι, εγώ αυτό το όνειρο δεν το έχω δει. βλέπω ότι εχω γδάρει κάποιου την καρδιά και την πασπαλίζω, με ζάχαρη άχνη, να την κάνω μπουγάτσα, βλέπω ότι μια διαφωνία για τον βουδισμό ή την ριφενστάιν μπορεί να φέρει μουρμούρες, πικρίες που θα κρατήσουν έναν χειμώνα, βλέπω δάκρυα να πέφτουν άβουλα και παθητικά σαν την υγρασία απο τα αρμυρίχια. βλέπω παραγωγικά καλοκαίρια σεζόν, κι άλλα κι άλλα, κι αμηχανία φθινοπωρινή. βλέπω τον εαυτό μου σαν πεταμένη κούκλα,κι ακούω τις βρισιές των θαμώνων του ιντερνετάδικου, μα το βαρέθηκα αυτό το μέρος δεν θέλω να το περπατήσω άλλο. ίσως να μ άρεσε να πάω μια βόλτα στον λόφο, να περάσω κι απο το νεκροταφείο, μα ίσως δεν πάω απο δειλιά, τι θα πει ο κόσμος, γιατί να πας σε ένα νεκροταφείο αν δεν έχεις κάποιον νεκρό εκεί και γελάω, και ξεχνάω τον φόβο μου, γιατί το βρεγμένο χώμα θα το μυρίσουμε στο βουνό, δοκιμάζοντας σφεντόνες, γιατί θα γίνουμε μούσκεμα τελειώνοντας το τσιγάρο και την μπύρα μας, γιατί συνηθίσαμε τις εναλλαγές, κι έχει κι αυτό μια συναισθηματική συνέπεια, μια μη κανονική δόση τρυφερότητας. πέφτω για ύπνο και χαζεύω τις νυχτοπεταλούδες να κουτουλάν στην σίτα. θέλω πριν το κλείσιμο της νύχτας, και της μικρής ζωής τους να τις πασπατέψω παίρνοντας την σκόνη απο τα φτερά τους, να την περάσω στα βλέφαρα μου. να πάω στην δουλειά (δουλειά κι αυτή) μακιγιαρισμένη και με ένα ύφος, τι κοιτάτε, δεν τρέχει τίποτααααα