Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

to no charlie (και με επίγνωση ότι τα αγγλικά μου είναι για κλάμματα)

Οκτώβρης χωρίς βροχή δεν είναι Οκτώβρης. Η βιοπάλη με επέστρεψε στην γενέτειρα, η αποστολή τεηκ δε μανη εντ ραν αποδείχτηκε λιγότερο φθορετή από το αναμενόμενο. Εδώ και δύο μέρες με ταλαιπωρεί ένας πονόδοντος, χαλάρωσε την πίεση του αφού φαντάστηκα ένα κουλουριασμένο μαυρόγατο να γελάει μισό- ειρωνικά, μισό- χαδιάρικα και να με περιμένει να κάνω την κίνηση και να το αρπάξω στοργικά ή/και ενστικτώδικα με ένα δάγκωμα από τον σβέρκο.
Γιατί μια κάποια μορφή, εμφανίζεται και εξαφανίζεται στο φανταστικό μου, σαν τον γάτο του Τσέσαϊρ.
Ταραχές απο την μία, λαχτάρες από την άλλη, κάλυψη φυσικά, επιθυμία, στα σίγουρα.
Θυμός; Μπα ρέπω πάλι προς την ατσούμπαλη μου θλίψη και κρατάω την σκέψη πως ο θυμός μου στέκεται κάπου κοντά, πως με ένα νόημα θα έρθει να με ορίσει και να τον ορίσω. Του έδωσα ανθρώπινη μορφή του θυμού για λίγο. Κοκκινομάλλα μάλλον, σαν την φανταστική πρόγονη μου, στην οποία χρωστάω την ιρλανδέζικη μου ευθιξία μάλλον.
Την μέρα των γενεθλίων μου έχασε την ζωή του, ο Μοχάμεντ, 25 χρονών, μέλος της πακιστανικής κοινότητας, λόγω βασανιστηρίων, ξυλοδαρμών, ηλεκτροσόκ σε αστυνομικό τμήμα. Ο μηνυτής απέσυρε την κατάθεση του, μετά την εκτόνωση των σκουληκιών. Ο αδερφός του Μοχάμεντ αναγκάστηκε να υπογράψει κείμενο που δήλωνε πως δεν έφερε σημάδια βασανισμου.
Η πρώτη βόλτα για καφέ σε αυτήν την πόλη, με βρήκε σε μια διάβαση με μια ομάδα σκουληκιών, να πάμε απο εδώ ή απο εκεί είπε το μπροστάρικο, λες κι είχαν βγει για να μαζέψουν ήλιο. Ναι για τους μπάτσους λέω.
Κι οι ψηφοφόροι τραγουδούσαν προηγουμένως, θα τον τρελάνουμε τον ήλιο. Θα του κλάσετε μια μάντρα θα συμπληρώσω εγώ και σόρυ για το σεξιστικό του σχολίου. Μια καραγκιόζισα κράυγαζε απο πάνω διάφορα άτοπα.
Μα όχι δεν πειράχθηκα, ήμουν αλλού και έβρεχε και είχα πάντα παρέα (και καλά), ενός νέου άντρα που ξεψύχησε στις σκάλες του σπιτιού του, ενός ζογκλέρ, που ήταν παράλληλα μύστης και απαίσιος μαθητής, μιας ρασταφαριανής, που χρησιμοποιεί τα μαλλιά της για να ρίχνει αστέρια, κι απλά τα χαζεύει, δεν εύχεται ποτέ, κι ούτε στον τζα πιστεύει και για μια στιγμή το γατί που έλεγα πριν.
Κι όσο για τα όνειρα, στον ύπνο μου ξεκίνησα να μοιραστώ ένα μυστικό με μια φίλη και τελευταία στιγμή την ξεγέλασα και το κράτησα πάλι για τον εαυτό μου.
- Με τι μοιάζει;
- Δεν ξέρω μα τα μάτια του γυάλιζαν τόσο που μου θύμισαν ρίγη που πολεμάω, σαν ενοχή μοναστηριακή.
Ξένοιαστα ψέμματα κι αγχωμένα βλέμματα.
Στον δρόμο για την προσωρινή μου δουλειά, κάπου μακριά, κάπου που έχει μόνο δύο δρόμους για να διασχίσεις την πόλη, συναντούσα τα πρωινά το αστυνομικό τμήμα, και το μεσημέρι στο ν γυρισμό το αστυνομικό τμήμα και πάλι.
Ένα μεσημέρι γύρισα απο τον δρόμο που βλέπει στην πίσω αυλή του. Τα σκουλήκια στην μάντρα τριγύρω και κάμποσοι κούρδοι οκλαδόν, με χειροπέδες. Κι ένας απο τους κρατούμενους γελαστός. Χαμογέλασα, αυθόρμητα με τσούξαν τα μάτια μου. Αλλά με ξεγέλασε για λίγο απο αυτήν την φρίκη, το γέλιο κάποιου (σημειωτέον ακινητοποιημένου), το αλαζονικό, το θαραλλέο και το απρόσφορο. Κι ενώ είχε ήλιο με φαντάστηκα σε άλλον Οκτώβρη με βροχή πάλι, να σφίγγω την ζακέτα, να μπουκώνω τα ρουθούνια μου με υγρασία, να περπατάω με παρέα φυσικά, να μην κοιταζόμαστε, σαν να έχουμε συμφωνήσει σιωπηλά, να μην έχει βλεμματικές επαφές αυτή η λύπη. Κάτι απο flash back, κάτι απο τα τωρινά, όταν στην φαντασία μου τα φουσκώνω και τα χρωματίζω. Γι αυτό και μυστικά...