Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

φευγιό



ηγουμενίτσα 30/01.
μια παρέα μεταναστών ψάχνει όχημα για άλλο λιμάνι. ίσως να είναι οι ίδιοι που μας σηκώναν τα χέρια χτες πάνω από το βουνό ή την γέφυρα.
λίγο πιο εκεί το ανακριτικό, φεύγουν τρέχοντας και γελώντας, πάντα μου κάνει εντύπωση αυτό, κι ίσως παραπέρα κάποιοι να παίζουν μπάλα, μπα, βρέχει. Με τον ίδιο τρόπο θα τους χαλάσουν και το παιχνίδι, μα αυτοί επιστρέφουν για φυγή ή για παιχνίδι.
και στα ενδότερα, ρούχα, ένα αυτοσχέδιο κιόσκι, τσάι πετιμέζι. Και κάποια στιγμή, θα τα διαλύσουμε τα ρημάδια τα σκιάχτρα.


Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Η βάγια, ο μηνάς…

και " οι κακές οι ώρες"

Η βάγια την επόμενη μέρα, θα παρουσίαζε την εργασία της, ‘online persona’. Το άρθρο δεν την έπειθε. Αυτά που έγραφε, μια ανώριμη μετάφραση, την αναγούλιαζαν λιγάκι. Η ιδέα της «ομογενοποίησης της εμπειρίας» είχε σφηνώσει στο μυαλό της. Τι σούπα ήταν αυτή. Ravers, πιθανότητες, σχόλια, πολλαπλασιασμένα είδωλα, λίγος βουδισμός, τεχνολογία βασικά, και ανάγκη να γίνει αρεστή και η πληροφορία με τις ανυπόφορες διαστάσεις της… Βαρυστομάχιασε…
Μια φωνή την κορόϊδευε « ή θα τα μασήσεις ή θα καταπιείς την γλώσσα σου».
Μαλακίες, στο δωμάτιο με τους ροζ τοίχους ο καθένας θα μπορούσε να μυριστεί τους φόβους και την ανασφάλεια της, εδώ έξω…άρχισε να αναμασά μια σκέψη που συνήθως δεν άφηνε να την σύρει από τα μαλλιά η θλίψη, μια άλλη όμως κάπως πιο αληθινή ή ίσως λιγάκι πιο ελαφριά, πιο δικιά της σίγουρα, ήρθε για να την τινάξει στην επιφάνεια. Θα αργήσω, φώναξε στο άδειο πια σπίτι κοπανώντας την πόρτα.

Ο Μηνάς ήταν αγχωμένος για τους δικούς του λόγους. Το παζλ που με τόσο κόπο είχε συμπληρώσει, κορνιζώσει και κρεμάσει, είχε βρεθεί με ανεξήγητο τρόπο στο πάτωμα. Τσέκαρε στο δωμάτιο που ακόμη είχε άθλιο φωτισμό μην κανένα κομμάτι είχε ξεμείνει εδώ ή παραπέρα. Μετά τα μέτρησε. 999 κι ένα έλειπε, ποιος ξέρει ποιο να ήταν, από το μπούστο της μιας, ή της άλλης; Από το λιοντάρι ίσως. Μακάρι είπε να είναι από τον άθλιο που ξεμακραίνει.. Είχε βρει γιατί του την έδινε αυτός ο τύπος. Του θύμιζε την ετεροχρονισμένη παρατηρητικότητα του, που του επέτρεπε να ξεχωρίζει καταστάσεις και πράγματα, διαθέσεις και συναισθήματα, πάντα όταν πια είχε κάτσει η στάχτη. Μέσα στην ζέστη της φωτιάς ήταν πάντα αφελής κι οι φιλενάδες μελάνιαζαν με την ψύχρα και τα ηλίθια αστεία του, αργότερα.
-θα τα πούμε;
-κατά 99 τις εκατό.
Και οι 99, εξαφανιζόντουσαν μέσα σε μία πιθανότητα.

Την πιθανότητα αυτή την συνάντησε απόψε.

Ο Μηνάς, απλώθηκε στο κρεβάτι του που πάλι είχε βγάλει καρφιά. Τραγούδησε για να διώξει κάτι κουδούνια που τον κλωθογύρισαν και μια διάθεση να ξεράσει 3 τζιν πορτοκάλι:
If I walk down this hallway tonight
It's too quiet
So I pad through the dark
And call you on the phone
Push your old numbers
And let your house ring
Til I wake your ghost…
Ανατρίχιασε νιώθοντας ένα ζευγάρι μάτια να τον κοιτάζει καχύποπτα στο σκοτάδι.

Μπα, μόνο ο μονότονος ήχος του ρολογιού και υγρασία να τον κάνει να νιώθει πατσαβούρα…

Ύστερα τα δύο μάτια και το σώμα που τα κουβαλούσε, δεν είχαν καμιά γοητεία και καμιά διάθεση να τον ταξιδέψουν, μέσα στο σκοτάδι ακολούθησαν διαθέσεις πιο υπόγειες, και το σώμα είχε σκαρφαλώσει στο κρεβάτι πλακώνοντας το στήθος από το δικό του σώμα, κι αυτό δεν ήταν αγκαλιά, ήταν απόρριψη.

Και ξεκίνησε να την παλεύει με νύχια και με δόντια. Τον έπαιρνε αδιάφορα, και προσπαθούσε κι αυτός να είναι αδιάφορος, μα μάλλον δεν τα κατάφερνε, κι είχε πείσμα και περίμενε καιρό κι ένιωθε πότε ότι είναι κουβάρι και πότε ζώα που δαγκώνονται, και της άλλαζε θέσεις λες κι ήταν κούκλα και του γέλαγε αυτή, πότε ναζιάρικα και πότε ειρωνικά και έκανε πως εγκαταλείπει και πάλι γύρναγε, και τότε η μια μεριά του προσώπου της, αυτή που το φως απέξω τον άφηνε να διακρίνει, έμοιαζε χτυπημένη κι ήθελε να τελειώσουν και του έλεγε όχι ακόμη.

Η Βάλια είχε άλλου είδους προβλήματα. Είχαν πιεί κρασί άσπρο πάτο και ένιωθε όπως έβλεπε την πόλη από μακριά, με την θάλασσα στο ενδιάμεσο πως τα πράγματα δυσκόλεψαν, κι ίσως αυτή να ήταν καλή ώρα για εγκατάλειψη κι ήξερε ακόμα πως κι αυτός το ένιωθε αυτό, και πάντα τρόμαζε με την φάση τους, που από την αρχή δεν χρειαζόταν να μιλήσουν κι ότι οι επιλογές γίνονταν απο κοινού. Κι ύστερα σκεφτόταν ότι ήταν κι αυτό κάτι κι ένιωθε το κεφάλι της σαν μπαλάκι. Τακ- γκελ- πίσω- τακ…. Τραγούδησε μπας και βρει ένα κομμάτι από αυτήν την ιστορία που θα μπορούσε να κρατήσει..

I can't drink this coffee
Til I put you in my closet
Let him shoot me down
Let him call me off
I take it from his whisper
You're not that tough

Και τα λάστιχα που θα έπρεπε να είχαν αλλαχτεί και η υγρασία, και το κρασί άσπρο πάτο, τους έφεραν άθελα τους σε μια επιτόπου στροφή. Βλέποντας τα βράχια από την μέσα πλευρά του δρόμου να την πλησιάζουν κάλυψε με τα χέρια το πρόσωπο της, θέλησε όλα να τελειώσουν, όσο πιο γρήγορα κι όσο πιο αναίσθητα γινόταν, ο οδηγός εντωμεταξύ, βρήκε τα αντανακλαστικά του και τον έλεγχο της κατάστασης - όχι ακόμα.