Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Κάποιες φορές η ανάγκη μου γίνεται πελώρια,δεν φτάνει το μπουκάλι. .
Δυναμώνει το παράπονο μου, δεν φτάνουν τα τραγούδια, δεν φτάνει το κλάμα.

Κάποιες φορές θέλω τόσο πολύ να μάθω τους ανθρώπους για να ξεχάσω, να με ξεχάσω, κι οι άνθρωποι που γνωρίζω μπλέκονται- παρεμβαίνουν βάζουν τελείες στην δική μου  ιστορία κι είναι αυτό τόσο ανθρώπινο που η συγκρότηση μου δεν με νοιάζει.

Κι είναι φορές, που αφήνω να πλεχτούν πάνω μου τα όνειρα μου και τα όνειρα των άλλων, να βρουν το γήινο τους πάτημα. Το χαμόγελο αυτό που ανθίζει μαζί με εκείνα, το μασουλάω ύστερα αργά και σταθερά μέχρι να καταφέρω να το καταπιώ, γιατί δεν μου ταιριάζει.


Είναι κομμάτια της μνήμης που με τόση δυσκολία συναρμολογούνται ίσως για αυτό να μασάω μαζοχιστικά αυτό το χαμόγελο, κομματιασμένο να τους ταιριάξει.

Πολλές φορές παραδέχομαι δεν είναι δύσκολο να συνηθίσει ο άνθρωπος την γλύκα, μα αυτήν την πίκρα την αποψινή κάποιες φορές την έχω τόση ανάγκη.

Γιατί μέσα στην ίδια εικόνα, στην ίδια λέξη, στην ίδια χειρονομία, χώραν τόσο πολλά, κι είναι τόσο στενάχωρες οι εικόνες, οι λέξεις, οι χειρονομίες..Αυτά τα πολλά και κάπως αντιφατικά δεν στριμώχνονται τότε μα έρχονται με φόρα το ένα πάνω στο άλλο, γυρεύουν να αφανίσουν το ένα το άλλο ή να συγχωνευτούν. Στην στιγμή, στο μέρος εκείνο που είναι ορατές οι διαφορές, ανακουφίζομαι καθώς η συνάντηση των οικείων με τα ανοίκεια δεν με τρομάζει τόσο πια, ίσως γι αυτό η θλίψη να τσιμπά λίγο πιο πολύ.

Τα αγαπημένα μου χρώματα, τα αγαπημένα μου μέρη, τα αγαπημένα μου πρόσωπα, οι αγαπημένες μου λέξεις, χωρίς εκείνο το μας, βαριά στο σακίδιο μου. Δεν καταδέχομαι όμως πια να διαπραγματευτώ το γιατί τα κουβαλάω, θα το ξανανοίξω και θα μοιραστώ πάλι, κι ούτε θα νοιαστώ, και θα ρωτήσω από νωρίς
αν πάμε για μοιρασιά.