Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

σκύβει και κάτι του ψιθυρίζει στο αυτί, είναι σημαντικό
κι αυτός, βγάζει ένα κόκκινο πανί κι άλλοτε αποφεύγει κι άλλοτε κουτουλάει πάνω στην ζήλια της
ψάχνει το βλέμμα του κι ύστερα αποφασιστικά με τα χείλη της του ζωγραφίζει ένα θαυμαστικό
κι αυτός μανιάζει για να κρατήσει αυτή η έκφραση λιγάκι ακόμη
βγάζει αυτή τα ρούχα της, λες και την γδύνουν, τέσσερα, έξι,οχτώ και ίσως περισσότερα χέρια
του προκαλεί αυτό μια αγκύλωση, μια αμηχανία, σαν το δικό του ρούχο να είναι σκάφανδρο, σαν να έφτασε στο δωμάτιο απο άλλον κόσμο
θυμάται τα παραμύθια της, του τα αφηγείται, γίνεται τότε πάλι παίκτης, κι εκείνη σαν αυτές που αγαπάει, κορίτσια που προσπαθούνε πάντα για να μην γίνουνε " γυναίκες"
με ένα γέλιο και δυο λέξεις , του κυλάει την πέτρα του σίσυφου, γυρνάν λιγάκι τα μάτια της καθώς φαντάζεται το δύσκολο
φέρνει αυτός σβούρες γύρω απο την πέτρα, δεν ξέρει πια απο που να την ακουμπήσει, βγάζει την γλώσσα του στο δύσκολο, κι ύστερα μαζεύει απο πάνω της σταγόνες
ξημερώνει