Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ατραπός

Κοιτάζει την θάλασσα από το παράθυρο. Τόσες φορές πέρασε από αυτά τα μέρη, με φίλους που λέει πως δεν θέλει πια να βλέπει. Ίσως γι αυτό τώρα να της προξενεί τόση θλίψη.

Και κάποια περίεργη αγωνία. Και ο μπροστά δεν φαίνεται να νιώθει καλύτερα, πότε κλαίει, πότε ψευτό-χτυπάει το κεφάλι του στο παράθυρο και πότε τραγουδάει, σε μια γλώσσα που της είναι άγνωστη. Καλύτερα, οποιαδήποτε γνωστή λέξη της προξενεί θολούρα.

Συχνά στα πρώτα χμ της διαδρομής σταματάνε τα λεωφορεία οι συνοριακοί. Κατεβάζουν δυο τρεις, πέντε καμιά φορά. Με έναν τσαμπουκά που σε κάνει να ξέρεις τι θα ακολουθήσει. Ή να μην θες να ξέρεις.

Σταματάνε και τώρα. Τον κατεβάζουν κι αυτόν και τον συνταξιδιώτη του. Επιστρέφουν στις θέσεις τους όμως, χαμόγελα. Ιφ γιου αρ νοτ αλμπάνιαν ιτς οκεη, λέει. Το ευχάριστο είναι ότι το λέει ειρωνικά, ότι το λέει στον συνταξιδιώτη του, ότι απαντάει με αυτόν τον τρόπο σε όλα τα βλέμματα. Κι ύστερα λένε τα δικά τους, στην δική τους γλώσσα

Στάση. Η ταξιδιώτισσα μας κοιτάζει τώρα ένα άλλο αγόρι, μοιάζει να υπάρχει σε άλλον κόσμο και φοβάται όταν την κοιτάνε, ζητάει αναπτήρα και λέει σε μια βάβω, φοβάμαι, κι αυτή της λέει κάνε τον σταυρό σου. Αυτό πάει να πει δεν γλιτώνεις…

Θυμάται ένα διήγημα, του Μπόρχες μάλλον, όπου δύο συνταξιδιώτες μυρίζονται τον ίδιο κίνδυνο, από τους άλλους επιβάτες. Και τον οδηγό και τον εισπράκτορα, αυτούς κυρίως.

Και θέλει να τραγουδήσει για να πιάσει φιλία χωρίς λόγια, χωρίς την συνηθισμένη οικειότητα και χωρίς οπτική επαφή με αυτόν εκεί. Όταν την κοιτάει, αυτή τι άλλο, φοβάται. Άρα δεν υπάρχει ούτε μια πιθανότητα, να χτυπήσουν το κουδούνι, να πιαστούν από το χέρι, και να βουτήξουν έξω. Όχι, ως το τέρμα όπως όλοι.

Και χρυσίζει έξω η θάλασσα, κι είναι λάδι, μα αυτά επιβάλλει αυτή η διαδρομή να τα κοιτάν πίσω από το τζάμι.. Μια άλλη φορά ίσως. Την επόμενη άνοιξη μπορεί…