Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

πάλι αυτοί

αντάλλαξε μια ζορισμένη καλημέρα, περίμενε να ζεσταθεί η μηχανή, θέλετε και καπάκι, ασφαλώς. ήταν 7.39, είχε άλλα τρία λεπτά στην διάθεση της. ανυπομονούσε να φέρει το ποτήρι κοντά στο πρόσωπο της, να ανασάνει στο στόμιο, το ποτήρι της χάριζε πάντα έναν σπασμό στην εκπνοή.. μα τώρα είχαν χαθεί άλλα τριάντα δευτερόλεπτα, ο βενζινάς, άπειρος απο καφέδες προσπαθούσε να στερεώσει το καπάκι. μια μυρωδιά απο λευκό σαπούνι της είχε μπουκώσει το κεφάλι, το άρπαξε απο τα χέρια του, θα αργήσω... η μυρωδιά απο λευκό σαπούνι είχε για τα καλά ποτίσει στο πλαστικό, τα ψεύτικα υλικά κάνουν ύπουλους συνδυασμούς, η οσμή είναι καλός οδηγός, ότι κάτι πάει στραβά, ο σπασμός κατέβηκε για να ξεσπάσει στο στομάχι της.
είχε περάσει καιρός, ο μηνάς δεν θυμόταν την κουβέντα πριν τον τσακωμό τους, όλα τα κάλυψε η φράση που του πέταξε όταν άρχισαν , φράση κακιά, χαζή, λειψή, μισάνθρωπη, και η έκφραση της αλλόκοτη, ένα διαπεραστικό βλέμμα, σαν να τσέκαρε αν πονάει, κι ύστερα τα μάτια της να γυρνάν προς τα πάνω. γι αυτό την απέφευγε απο εκείνο το πρωί, όπως κι αυτή, για να σκεφτούν ότι είπε, και φυσικά να μην σκεφτούν γιατί το είπε.
την σχεδίασε εκείνο το βράδυ με το βλέμμα απλανές, στο αριστερό της μάτι έγραφε εαυτός, ζωγράφισε με λαχτάρα τις βλεφαρίδες της κι έβαλε δίπλα ένα χέρι, τιμωρητικά το δικό της χέρι, να σκουπίζει τον άπραγο ιδρώτα της, να χαϊδεύει την εγωιστική της αγωνία. κι όλες οι δικές του μνησίκακες σκέψεις, ξεπλύθηκαν, μέσα σε αυτήν την φροντίδα.
το βράδυ που τον ξανασυνάντησε,κι είχε περάσει καιρός , άκουγε αυτό το τραγούδι, "θα γεννηθώ"*, τον βρήκε , σκυφτό και όχι αδιάφορο, έχωσε μια σκέψη στην τσέπη του ανεκπλήρωτου, για να μπορέσει να του γελάσει. δεν δέχτηκε να συναντήσει το βλέμμα της, ήρθε κοντά.
προφασίστηκαν, το κρύο, την μαυρίλα, την πολυκοσμία, τυφλά, φέραν τα σώματα τους κοντά, να σπρώξουν, το κρύο, την μαυρίλα, την πολυκοσμία. ένα χαμόγελο μπλόφαρε γύρω απο τον μηνά, για να ξεσπάσει με μανία πάνω στον μορφασμό του. που θα κρυφτείς τώρα, τα σώματα τους σπρώχνονταν κι ύστερα μαλάκωναν, το τραγούδι τέλειωνε χωρίς ηθικό δίδαγμα, και οι εγκεφαλικοί τους διάλογοι κόντευαν να γίνουν σαπουνόπερα, ο κόσμος στην είσοδο αραίωσε, δεν υπήρχε πια δικαιολογία γι αυτήν την συνάντηση. απομακρύνθηκαν.
πίνοντας μέτριο καφέ (και χωρίς να έχει ξεχάσει την μυρωδιά απο σαπούνι) η βάλια- κοιτώντας τον ουρανό με ζήλο πρωταθλήτριας- το πήγαινε για βροχή- αποφάσισε να τσαλαβουτήσει ξανά στα χρώματα - χωρίς γαλότσες. αποφάσισε να πάρει πίσω και τα λόγια της, να ξεπλύνει κι αυτή την μνησικακία της.
Ποτέ και για τίποτε, είπε σε ένα παιδί, με ενήλικες εμμονές, κοιλιά γυναίκας δεν έβγαλε πέτρα.
κι ο μηνάς σκεφτόταν τους προγόνους του, τον παππού του, τις αναγούλες της γιαγιάς του όταν τον ξεσκάτωνε, την απορία που του ήρθε αυθόρμητα, αν είχαν αγγιχτεί ποτέ με τρυφερότητα.
μετάνιωσε που με τις σκέψεις και με το ηλίθιο πονόμετρο του για πυξίδα, δεν μπόρεσε να πιάσει την θερμοκρασία της βάλιας , μπας και μπορέσει έτσι να βγάλει το κρύο, να επικρατήσει με κοινή συναίνεση ο ανθρώπινος παράγοντας.