Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

άπειρες απιθανότητες

και βρέθηκα που λες, εγώ που ήθελα απλά να ονειροβατώ και να γράφω, να θέλω ένα σωρό, να έχω χίλια κι άλλα τόσα κριτήρια, να με βαραίνουν ή να με φυσάν στο σβέρκο. να τα κρατάω ανάμεσα απο τα πόδια μου σαν παιδί τιμωρημένο, να τα αφήνω έπειτα σαν αυτή που ξέρει πως δεν της έμενε τόπος, πως θα τριγυρνά εξόριστη απο τα χρόνια τα παιδικά,τις μελανιές, τις γρατσουνιές, να φυσήξει.. ..αεράκι που έρχεται σηκώνοντας, άμμο, στάχτη και μερικές σταγόνες απο την θάλασσα. δήθεν ελαφριά,ανέμελα λέω στον αέρα, είναι εύκολο (όπως μια φίλη μου είπε, αυτό που κάποτε αισθάνθηκα)να συνηθίσει ο άνθρωπος την γλύκα.. ξύπνα μου λέει, εσύ με ζήτησες, ξύπνα θα φύγω και δεν θα ξανάρθω. η ιστορία λέει πως την λέγαν αρκούδα, απο μια σειρά εκ γενετής σημάδια και απο τον ενστικτώδικό και βίαιο τρόπο που είχε να αμύνεται, χωρίς να καταλαβαίνει πάντα αν απέναντι της είχε εχθρό ή φίλο. λέει επίσης πως τον λέγαν λύκο, για λίγα σημάδια που άφησαν πάνω του, επιλογές, και κάποιες ατυχείς συγκυρίες, καθώς κι ο φόβος του για τις δικές του βίαιες άμυνες, που τον έσπρωχνε περιοδικά, εκτός αγέλης. αν πω πως βρέθηκαν λόγω ενός νότιου ανέμου, θα ναι απλούστευση, δεν υπακούει η κάβλα σε κανόνες φυσικούς και μόνο. κάθε φορά πάντως που αποχαιρετιούνται, παρά την άγρια μοναχική τους φύση, είναι παιδιά τιμωρημένα, με τα χέρια να σφίγγουν πίσω απο την πλάτη τους- ποτέ- πάντα- την άλλη φορά- ποιός ξέρει πότε, μα τα χέρια εκεί να σφίγγουν ένα, θα μπορούσαμε να μαστε τα ζώα του πάντα, ή του κάποτε, καλύτερα απο τους άνθρωπους του ποτέ. κατά τα άλλα αφήνω την πόλη και φέτος, νωρίς, με επιβεβλημένες "επιλογές", ελπίζοντας να προλάβω όλα τα χαμόγελα που θα κάνουν την υπομονή εφικτή, που θα κρατήσουν τους υπόγειους, πέρα απο τα επιβεβλημένα δεσμούς και πάλι μεταξύ μας (μεγάλο, πληθωρικό, αχόρταγο μας, όπως κι αυτά τα χαμόγελα)

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

πάει καιρός που λες που το παραλήρημα της σκέψης καταπιέζεται από τις πειθαρχίες της γραφής, τα λάθη μου από τις προσταγές του ιδεαλισμού (φωτιά να μαι γι αυτές κι όχι βροχή),η ανάγκη μεταφράζεται σε ντροπή, η αδυναμία σε κουτσομπολιό΄, ή θαυμασμό. πνιγμένοι μες στις αντιφάσεις των καιρών, ακουμπαμε για να ξαποστασουμε και το εδαφος μαλακωνει και πεφτουμε. μεχρι που η αντιφαση μας πιανει απτο χέρι που ζητά ένα άλλο χέρι, κι έπειτα μου λες " τίποτε άλλο δεν θες",λες κι εισαι ιδέα πιο πολύ από ΄΄ανθρωπος"... δεν το εννοούσα,σου απαντώ.. απογοήτευση.. τι στ αλήθεια μας οδηγεί σ υπερβάσεις; και το χέρι που μας πιάνει ζητά όντως ένα άλλο χέρι και αυτό, και τα δυό χέρια εννώνονται το ένα ψηλά το άλλο σε πτώση. αλλά αυτό που είναι από κάτω νιώθει πως πια δεν έχει τίποτα να δώσει. εννοω μάτια μου (που σας ήθελα μαύρα για να βουλιάζω μέσα τους), πως τι έμεινε πια απο αυτήν την ανάμνηση, πέρα απο την αδυναμία της επανάληψης και όλα πάλι απ την αρχή... με τελευταίο τέλος εσένα... με τελευταία γνώση εσένα και πάλι απτην αρχή? πόσο με τέλειωνε αυτό να ξερες (πριν να το ξεράσει η σκέψη σου), ν αφουγκράζομαι τα όνειρα σου σ άλλα σώματα,να κρυφακούω τον ειρμό σου, την βούληση σου και την αδυναμία σου.. κι εσύ πάντα ΄σιγουρος για τις επιλογές σου... για τις πεποιθήσεις σου.. μη μαζοχιστικά γίνομαι το σημείο που ξερνάς.. κι ή λύσσα σου σημείο αναφοράς. χωρίς να ξεχνώ πως όταν σε συναντώ σαν άμυνα, θα ουρλιάζω το όνομα μου, μην με ξεχάσω, μην χαθώ.. με ψάχνω στους δρόμους εδώ και καιρό, προσπαθώ να με προλάβω, να με σταματήσω να μην σου κάνω άλλο κακό, και εσύ πιστός στην πεπατημένη που εδώ και χρόνια ακολουθείς φυγαδεύεις το είναι μου και το κρύβεις σε μέρη δικά σου που δε μου δειξες ποτέ, και ούτε μπορούσα να φανταστώ. πως μου ζητάς αγάπη πως μου ζητάς σεβασμο ρε. ρε; Θα πεις, επιλέγοντας κάτι άλλο να θαυμάσεις, κρύβωντας πως η στιγμή της ερωτικής σου παρέμβασης πάνω μου, δεν σκιάζεται από ώρες κουβέντας (σιωπηλής αποδοχής σου), από αδυναμίες εσωτερικευμένες που ξεσπάν.. δεν είμαι θύμα θα σου πω πριν να προλάβω την συνέχεια.. ναι, σε παρατηρώ από μακρυά (αυτό μπορώ τώρα), και βλεπω βλεπω και ξερω τις κινήσεις σου μικρό κουταβάκι τις ξέρω τοσο καλά και την ίδια στιγμή γελάω με την καρδιά μου που αν και ξέρω νιώθω τόσο γυμνή απέναντί σου. καταλαβαίνω. και? τι άλλο να κάνω/ η σιωπηλή αποδοχή σου είναι γεγονός. μέχρι να ξεσπάσει με βία πάνω μου κι ότι ήξερα να πρέπει πάλι να φτιαχτεί απο την αρχή, και να πρέπει ν σε αναιρώ στις στιγμές που με πονάς για να μην κάνω εγώ στους ανόητους άλλους, στις ανίδεες άλλες το θύμα. Πρέπει εσύ να φεύγεις με την έκφραση του πόνου στην μούρη σου (φαντάσου για να μν αναπαράγουμε ρόλους, απλά τους αντιστρέψαμε..) επειδή όμως σου είπα τώρα ξέρω σταματώ εδώ και ας μην στα πα όλα, και ας θέλω να στα πώ όλα, αλλά δεν έχει νόημα πια γιατί ούτε να σε πονέσω δεν μπορώ ούτε να σε παρηγορήσω. μένω μισή αδυνατώντας να νιώσω κάτι που έζησα κι υπόσχομαι να ζω μ άλλους τρόπους, πονώντας για το λοξό σου βλέμμα,΄που αναζητεί τις καινούργοες συμμαχίες μου, που θέλει πολλά κι έπειτα τίποτε, που ελπίζει-φοβάται, για να γελάσει μετά, που αδημονεί να με βρει μόνη μου.