Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

δεν χορταίνω τις απογευματινές βροχές, το σπίτι που πρέπει σε 20 μέρες να αφήσω, μου μοιάζει όλο και πιο όμορφο,συχνά πυκνά θέλω να τηλεφωνήσω, να ρωτήσω κάτι χαζό, για το φαί, ή το τρίτο πρόγραμμα, ή τον καιρό, ή τους αγανακτισμένους.
έχω ανακαλύψει τον παράδοξο, είναι ένας τύπος απροσδιόριστος (αν έχεις δει το brazil είναι κάτι σαν τον robert de niro εκεί μέσα).
τον πρωτοσυνάντησα πριν έναν μήνα, πηγαίνοντας για δουλειά.
μεταβόλιζα ένα λίτρο κρασί και κάπως έτσι με πιάσαν δάκρυα για αυτά που έπρεπε να βάλω στο χρονοντούλαπο, πικρά κατά κύριο λόγο, να αποτρέψω αυτό που συμβαίνει όταν τσακώνεσαι με κάποιον, καθένας διαβάζει και αφηγείται την ιστορία με τον δικό του τρόπο..
κάπου εκεί λοιπόν έπιασα τον παράδοξο να με κοιτάει, πολύ σπάνια να συναντήσεις τέτοιο βλέμμα, ούτε οίκτος, ούτε ειρωνία, ούτε μάλωμα, μια απλή κατανόηση.κατέβηκε στην επόμενη στάση, λίγο πιο λυπημένος.
το πρόσωπο του μου εντυπώθηκε.
προχθές πήρα το καινούργιο μου ποδήλατο, μετά από έναν μαραθώνιο οινοποσίας και κουβεντολογιού, δοκίμασα να το οδηγήσω στο πεζοδρόμιο της αλεξάνδρας, νομίζω ήταν η πιο άγαρμπη οδήγηση των τελευταίων 30 χρόνων. Μέσα στα 8ράκια, να σου ένα αντρικό σουλούπι μπροστά μου, έγειρα το ποδήλατο και άφησα το σώμα μου να πέσει στα δεξιά, η τούμπα ήταν χαλαρή και ανώδυνη.
Ο παράδοξος γύρισε και με κοίταξε, με βλέμμα πάλι, τσέκαρε αν είμαι καλά,θα πρέπει να με αναγνώρισε ως την ακαταλόγιστη, χαμογέλασε και συνέχισε λίγο πιο γελαστός.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

πακέτο..

Βρήκε δίπλα από τα σκουπίδια αυτό το μπλοκάκι
Εξώφυλο από καλάμι, δεμένο με ξύλο. Πράσινο καφέ και ώχρα, τα χρώματα που θα φορούσε αν ήταν επαγγελματίας.
Και φύλα από πάπυρο. Το μάζεψε βιαστικά.
Διάβασε στην πρώτη σελίδα. Η προκάτοχος ξεκίνησε να γράφει ημερολόγιο στις αρχές του 8, της αρέσαν οι ταινίες με τον τζώνυ ντεπ και περίμενε να πάρει βαθμούς και μετά έπαψε να γράφει. Οι βαθμοί μάλλον ήταν κακοί και γι αυτό τα παράτησε.

Η συνάντηση δεν ήταν καλή. Δυό ζευγάρια σε ένα μεζεδοπωλείο, με πολλές ανησυχίες κι άλλη τόση ανάγκη για επιβεβαίωση. Του έδωσε τα κλειδιά, κοιμηθείτε εσείς, ναι στην μαυροματαίων (μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε, ψευτογελάσαν), άστα να πανε δηλαδή.

Η φίλη του αποκοιμήθηκε, την χάζευε, κι ένιωσε για λίγο ενοχές για τις συγκρίσεις, για τις ιστορίες που της είχε πει, που την κάνανε να κοιτάει το άλλο κορίτσι πότε με λαχτάρα και πότε με ζήλια. Κι ενοχές που η συνάντηση λειτούργησε αφροδισιακά, και τώρα έπρεπε να φτιάξουν την κουρτίνα της μπανιέρας που γκρεμίσανε, και να αλλάξουν τα σεντόνια. Και λιγάκι τσατισμένος που έπρεπε να αλλάξουν τα σεντόνια, που πάντα πετάμε τις μυρωδιές, λες κι είναι ονείρωξη, ενώ δεν κοιμόμαστε πια στο πατρικό μας, κι ούτε ένοχοι σύζυγοι είμαστε.
Και δεν ήθελε όρια, οι συγκάτοικοι μας ακούνε όταν κάνουμε έρωτα, οι φίλες είναι οι πρώτες που θα αντιληφθούν την σεξουαλική έλξη, οι σύντροφοι θα την αποδεχτούν…

Έτσι δεν λέγανε; Μα δεν είχαν ήδη αλλάξει; Και τι ήταν αυτή η προστατευτικότητα που του έβγαινε για την φίλη του; Τι την απειλούσε τόσο στην άλλη; Πως είχε εισβάλλει στο πεδίο τους; Τους; Οχ γαμώτο πάλι δίλημμα.

Και το κυριότερο, πως θα μπορούσε κι αυτός να εισβάλει στο πεδίο της, που ήθελε πάντα να είναι διακριτικός;
Κοίταξε στο κομοδίνο, το μπλοκάκι. Κάπως φτηνιάρικο. Το άνοιξε με περιέργεια. Μια απογοήτευση στην αρχή κι ύστερα μωβ μελάνι. Τρεις σελίδες πένθιμες, αχ δεν είναι ανάγκη να γράφεις στους νεκρούς.
Μια σελίδα πρόγραμμα.
Σημειώσεις πάνω σε ένα βιβλίο.
Ένα γράμμα απολογιστικό και αποχαιρετιστήριο.
Ένα ποίημα για τον έρωτα.
Ένιωσε σαν να πίνανε καφέ. Αν του τα έλεγε, θα ένιωθε πάλι σαν κλέφτης; Μπα μάλλον θα της έλεγε κι αυτός τα δικά του.
Έγραψε λοιπόν: Πότε μπήκαν οι αποστάσεις και τα όρια; Ποιος ξέρει τώρα πότε θα τα ξαναπούμε; Είσαι ερωτευμένη; Με σκέφτεσαι ποτέ; Αν μπορούσες θα έφευγες αύριο;
Κι ύστερα συγγνώμη.

Στο τρένο περίμενε απάντηση. Το πρωί είχε μπουκάρει. Τους γέλασε και τράβηξε τις κουρτίνες. Του την έδινε, να τους κοιτάει λες και χαζεύει τον κόσμο στον δρόμο, ενώ ήταν γυμνοί ακόμη κάτω από τα σκεπάσματα, να τραβάει τις κουρτίνες λες και διώχνει την μιζέρια, να απαντάει πως δεν θα κάτσει για καφέ, κάπου έπρεπε (;) να πάει. Ήξερε πως αν την άρπαζε από το μπράτσο, να της πει να μείνει, να χαρεί, να θυμηθεί, πως τον έκανε κάποτε να κοκκινίζει, θα γελούσε, θα έβγαζε πάνω του όλα τα παράπονα που της είχαν βάλει, οι άντρες τους οποίους ίσως και να κυνηγούσε, ίσως και να ήθελε να τους μοιάσει…

Στο τρένο λοιπόν περίμενε την απάντηση της. Να της προκαλέσει το οτιδήποτε. Θα είχε γυρίσει σπίτι μέχρι τώρα σίγουρα..

Η κοπέλα που τώρα την λέγαν έλφι (έτσι την έλεγε όταν τα μάτια της παρακαλούσαν να την αφήσει να φύγει) και ήταν μαζί του σε αυτό το μπερδεμένο ταξίδι, έβγαλε το μπλοκάκι από πάπυρο. Κοίταξε τις τελευταίες σελίδες με κάποια έκπληξη.

Κι ύστερα του έριξε μόνο ένα θυμωμένο βλέμμα και βγήκε στον διάδρομο, την άκουγε να μιλάει, να γελάει αλαζονικά, σε κολακείες και αδέξιες προσπάθειες για γνωριμία, θυμήθηκε την σιγουριά της, την λύπη της και την απρόσφορη αισιοδοξία της, φαντάστηκε μάτια να κοιτάν το πώς τινάζει το τσιγάρο της και πως κουνάει το σώμα της, το πώς τραντάζεται το στήθος της, την λίγη ακόμη ανασφάλεια (που σε κάποιον άπειρο μοιάζει ζωή), να την ποτίζει καθώς άνοιγε το κουτάκι με την μπύρα, που σίγουρα θα είχε αγοράσει μόνη της.

Κι ένιωσε πολύ, πολύ λυπημένος…