Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

κράταγα χτες το χέρι σου κορίτσι, και δεν ήξερα αν πρέπει να σου σκουπίσω τα δάκρυα, ή να βάλω κι εγώ τα κλάμματα.
προσπαθούσα να σε πείσω για τα βήμματα που είναι τώρα η ώρα να γίνουν, και στην σκέψη της λέξης βήματα, μια θλίψη με σφυροκοπούσε.
δεν είναι η ώρα τώρα να πούμε για του κόσμου την αδιαφορία, μα θέλουμε το δικό μας ενδιαφέρον να γίνει επιθετικό, αποτελεσματικό.
ένα μακρύ καλοκαίρι έρχεται, μαζί του σβήνει κάθε προσμονή παρηγοριάς.
και πόσο δύσκολη γίνεται αυτή η συνέπεια...
και πόσες ευθύνες πάλι, να μας βαραίνουν που και που, και να μας ελαφραίνουν κάποτε.
σε άφησα με την υπόσχεση θα δούμε τι θα κάνουμε, θα γίνει ότι μπορεί να γίνει.
το πιο πιθανό είναι πως έγινες κομμάτια στην συνέχεια..κι εγώ μην νομίζεις.
στον ύπνο μου σκόρπισα ένα πακετο με κόκκινα χαρτιά, ξυπνούσα τα κοιτούσα, τραβούσα ύστερα τον ύπνο μου λίγο ακόμη.
πάει καιρός πια, που οι μάχες δεν γίνονται στο κεφάλι μου, πάει καιρός που το αίμα δεν είναι κέτσαπ.
κάποιος άλλος μου είπε, συγκινήθηκα με τα μωρά στην φωτιά, τα ακούω την μισή ζωή μου.
σήμερα θυμήθηκα, κιεμένα με ξέρεις την μισή ζωή σου σχεδόν, και μου ξεφούρνισες με παιδιάστικη χαρά, εγώ δεν μένω πια εδώ.
ξαφνιάστηκα, κι απο το γεγονός και απο τον τρόπο που μου το ανακοίνωσες. το εκλογίκευσα, έχει φτιαχτεί αυτό το κενό μεταξύ μας,της εντελώς ιδιοτελούς έλξης, και πια δεν νοιαζόμαστε να δούμε, γραμμές, λευκές τρίχες, κι αυτά που μας μεγάλωσαν. ίσως γιατί ούτε σε πονάω ούτε με πονάς. ίσως γιατί πάντα βάζαμε παντιέρα την ανεξαρτησία μας, εκεί βρεθήκαμε κι εκεί χαθήκαμε.
το ξέρω όταν σε ξαναδώ, θα με διαψεύσεις με κουβέντες και με αγκαλιές.
μισή σχεδόν ζωή θυμάμαι που και που, αυτήν την αφίσα, τα λόγια του Καζαντζάκη, κι εσύ το ξέρω, κι απο πάνω μια φωτογραφία, δυό λόγια για μια κρατική δολοφονία. μα δεν περίμενα ότιθα επέστρεφε αυτή η χολέρα τότε.
διάβασα ένα μικρό κείμενο για banquet σήμερα,μου άρεσε, θυμήθηκα τον λόγο, για τον οποίο συχνά γίνομαι σκληρή, μη οικεία με ανθρώπους τριγύρω.
και θα βάλω κι εγώ τον ίδιο επίλογο, divided we fight, together we fall...
ox...το κομμάτι λέει together we stand divided we fall.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

ο Γκιούλιβερ στη χώρα Λαπούτα

όπου οι φιλόσοφοι πάντα κυριολεκτούν...


εφόσον οι λέξεις είναι μόνο εικόνες για τα πράγματα, θα ήταν πιο βολικό για όλους τους ανθρώπους να κουβαλάνε μαζί τους τέτοια πράγματα, που θα τους ήταν αναγκαία για να εκφράσουν την ιδιαίτερη δουλειά για την οποία πρόκειται να συζητήσουν...
πολλοί απο τους πιο μορφωμένους και σοφούς ακολουθούν το καινούργιο σχήμα έκφρασης μέσω πραγμάτων που είχε ως συνέπεια έναν μόνο μπελά: ότι αν η δουλεία ενός ανθρώπου ήταν πολύ μεγάλη και πολλών ειδών, έπρεπε να αναγκαστεί κατά αναλογία να μεταφέρει έναν μεγαλύτερο μπόγο με πράγματα στην ράχη του, εκτός κι αν μπορούσε να πηρώσει έναν ή δύο δυνατούς να τον ακολουθούν. συχνά έβλεπα δυο απο αυτούς τους σοφούς να λυγίζουν κάτω απο το βάρος των μπόγων τους, όπως λυγίζουν οι γυρολόγοι στα δικά μας μέρη...

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

η βάγια, ο μηνάς (πραγματικός χρόνος 23:09)

«Μην κουνηθείς σε έπιασα», μουρμούρισε ο Μηνάς σε μια πεταλούδα, κι όταν αυτή πέταξε ξαφνιασμένη, θυμήθηκε ένα κομμάτι από το παραμύθι.

Η Βάγια, τέλειωνε το παραμύθι της κάπως έτσι: το μακρύ χέρι με τα γαμψά νύχια, το χέρι μηχανή, στο οποίο έπεσε η κυψέλη ήταν έτοιμο να κλείσει συνθλίβοντας έναν ολόκληρο κόσμο.

Μα μαζί με κάθε χέρι (ακόμη και αν αυτό είναι μηχανή) υπάρχει ένα ολόκληρο σώμα, δεν είναι ανεξάρτητο από τα άλλα μέλη, κι αυτό που αυτά θυμούνται.

Γι αυτό και καθυστερούσε.

Οι μέλισσες βγήκαν με ένα βουητό έξω, άρχισαν να τυλίγουν το χέρι με πρόπολη. Στην αρχή από σιχασιά, για να το αποστειρώσουν, ύστερα άρχισαν να παίρνουν θάρρος, με συντονισμένες κινήσεις να το ακινητοποιούν.

Το χέρι αντιστεκόταν, εκτός από την μνήμη του σώματος κουβαλούσε τα δικά του δολοφονικά αντανακλαστικά, μα λίγο τα τσιμπήματα, λίγο τα μυρμήγκια* από κάτω που είχαν σκαρφαλώσει και το γαργαλούσαν, ένα -ένα τα δάχτυλα του βρέθηκαν κλεισμένα, κερωμένα, όχι νεκρά μα ανίκανα να αντιδράσουν.

Τα μυρμήγκια κι οι μέλισσες έχουν την δυνατότητα να λειτουργήσουν αποτελεσματικά συλλογικά, αν και η νοημοσύνη ενός εντόμου προς ένα δεν λέει και πολλά. Όμως η νοημοσύνη της μέλισσας δεν μπορεί να συνδυαστεί με την νοημοσύνη του μυρμηγκιού.

Οι μέλισσες ζητούσαν τα μυρμήγκια να τις βοηθήσουν να μεταφέρουν την κυψέλη, τα μυρμήγκια μάζευαν ότι έβρισκαν χρήσιμο (μεταξύ αυτών το πτώμα της βασίλισσας) κι αποχωρούσαν.

Τα σώματα με χέρια μηχανές κυκλοφορούσαν ανενόχλητα. Κάποια είχαν πιάσει δουλειά στην πόλη και υποκρίνονταν πως ξεβούλωναν αποχετεύσεις. Στην πραγματικότητα ήταν φτιαγμένα για να γεμίσουν τον κόσμο με σκατά και να τον αδειάσουν από κυψέλες.

Αυτά θυμόταν από το παραμύθι. Είχε περάσει και καιρός και η Βάγια είχε μεταναστεύσει προς θερμά κλίματα. Είχε αντικαταστήσει και τον Τζώνυ.

Της έπιασε κουβεντούλα το βράδυ ιντερνετικά..

-Ζεις;

-Ζω.

-Θυμήθηκα το παραμύθι..με την χερούκλα

-Δεν είναι παραμύθι είναι ιστορία..

-Έστω.. Οι μέλισσες έμειναν χωρίς κυψέλη;

-Αυτό δεν το ξέρω

- Γέμισε ο κόσμος με σκατά;

- :-)

-Γιατί οι μέλισσες δεν μπορούν να συνεννοηθούν με τα μυρμήγκια;

-Για πολλούς λόγους. Διαφορετικές ανάγκες που δημιουργούν διαφορετικού τύπου οργάνωση.

-Είναι πράγματι η νοημοσύνη τους συλλογική ή έχει να κάνει με την επιτήρηση μέσα στις φωλιές τους;

-Να σου πω ρε μηνά…

-Να μου πεις ρε Βάγια**..

-Πες ότι ανοίγεις γραφείο και σου έρχεται κάποιος με κρίσεις πανικού. Αν του μιλήσεις για την ιστορία της τρέλας, θα σηκωθεί να φύγει ή θα καταλάβει γιατί κατουριέται;

-Μάλλον το πρώτο. Σαν πολύ δεν σοβάρεψες όμως;

-Οι συνθήκες έγραψε η Βάγια, χαζεύοντας την γειτόνισσα της να απλώνει στα τριάντα μέτρα απόσταση και επιλεκτικά ξεχνώντας ότι ο Μηνάς εκείνη την στιγμή έβλεπε την μισή πόλη, θάλασσα, τρία γκαζάδικα και τους γερανούς στο λιμάνι.

συνεχίζεται

* παρά τα όσα λέει ο αίσωπος, τα μυρμήγκια διαθέτουν αυξημένη την αίσθηση της αλληλοβοήθειας.

**στο προηγούμενο επεισόδιο ο μηνάς συχνά αποκαλεί την βάγια, βάλια. Αυτό συμβαίνει γιατί συνειρμικά το όνομα βάγια τον πήγαινε στο vaya con dios = πήγαινε με τους θεούς, και κάτι τέτοιο δεν θα το ευχόταν ποτέ στην φιλενάδα του.



Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010


γλυκιά μου της είπε, μπροστά απο τους πάγκους με τα βάρη, το σώμα σου είναι ένα σχέδιο προς υλοποίηση
γλυκέ μου του απάντησε, θέλω να ξεράσω μέσα σου