Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Δεν ξέρω πως θυμήθηκα την έκσταση, μετά ένα βιβλίο, κι ύστερα μια άλλη εποχή. Δεν ξέρω πως θυμήθηκα το πρόσωπο Αγάπη που χαϊδευε και κράταγε ενώ δεν είχε χέρια, το πρόσωπο Ζωή που άρπαξε αυτό που ήθελε με ένα κεφαλοκλείδωμα, ενώ τα χέρια της ήταν δεμένα.
Σε κάποιον το έλεγα, αναλώνομαι συχνά πυκνά σε αυτά που γράφω.
Θα ήθελα να εκσφενδονίζω σκέψεις και αισθήσεις ανθρωπόμορφες στο σύμπαν κι έπειτα αυτό να μου ανταποδίδει εικονομηνύματα.
θα ήθελα να έχω το κλειδί στην πόρτα ανταπόκριση.
Κι απο την άλλη θέλω να συνεχίσω να ακούω επιλεκτικά, και με μια κίνηση- τικ να ξεμπερδεύω με τα σύννεφα. Να κερδίζω ψυχραιμία, επικοινωνία και νηφαλιότητα. Με ή χωρίς μάσκα.
Ένα ποίημα δέκα χρόνια πίσω με περιγελάει. Μου είχε έρθει με sms τότε που το κινητό το είχα πάντα πάνω σε ένα τραπεζάκι. Αυτά τα ποιήματα με πείσαν να βάζω το κινητό στην τσάντα μου. Ύστερα απο λίγο καιρό το είδα γραμμένο σε έναν τοίχο. Δεν υπνοβατούσα, απλά όταν προσπαθείς να συναναστραφείς το άπιαστο αναγκαστικά μοιράζεσαι. Είναι ειρωνία, μοιράζεσαι εσύ σαν δέκτης κι έτσι ο πομπός κρατά την συνοχή του.
Ωραίο ποιήμα πάντως:
..ένα υπερατλαντικό σύννεφο γυρίζει πίσω..
..κι ένας κοσμικός φάρος συνεχίζει αναμμένος..
..μερικές μελαγχολικές ιδέες γίνονται σκέψεις..
..κι όνειρα διασχίζουν κόσμους..
Ένα βήμμα πίσω λοιπόν μηπώς μπορέσω και πάρω φόρα γι αυτό το χοροπήδημα, προς το άναμμα, τις σκέψεις, και τον κόσμο που αλλάζει, γλυκιά μου, γήινη μου καταδίκη..

γλυκιά μου...

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

θα αργήσω

Την καλημέρα, μου την έδωσε ένα όμορφο κορίτσι, μου είπε αυτό μου το χαμόγελο να μην το τσιγκουνευτώ, ούτε να το ξοδέψω, να το αφήσω να στάξει παντού μέσα μου κι ύστερα να το μοιραστώ με αυτούς κι αυτές που αγαπάω. Συνέχεια σοφές γυναίκες έρχονται στον ύπνο ή στον ξύπνιο για να με συμβουλέψουν.
Γι αυτό, δεν θα έρθω φέτος, ξέρω με θυμάσαι ακόμη με την φράντζα μου και τα φουσκωμένα μου μάγουλα, να βγάζω πρώτη τις μπάλες και τα αστεράκια, να κλείνομαι στο δωμάτιο όταν μου λέγατε πως είναι νωρίς ακόμη.
Δεν θα έρθω, έχω την εικόνα αυτής της στραβοχυμένης νοσοκόμας, να μου ρίχνει πόρτα στο επισκεπτήριο, να μην ανοίγει καν για να μου εξηγήσει τον λόγο. Δεν έχει δοθεί εντολή λέει. Θέλω να την κρεμάσω στο δέντρο της ζωής που θα στολίσω, κι εσύ έχεις πάντα έτοιμη την απάντηση, θα πεις πως όπως πάντα και τώρα είναι νωρίς. Κι αυτό το δωμάτιο, που θα κλειστώ για να παρηγορηθώ, μου δημιουργεί μια υγιή οσφρητική παραίσθηση, μυρίζει σε μένα και μόνο, ιδρώτα χαπακωμένο, και θυμό ταπεινωμένο.
Ένα τουλούμι βροχή έπεσε πάνω μου το μεσημεράκι, είχα συντροφιά μια φίλη. Τα λέγαμε προχθές, θα φτιάξουμε ένα ολόκληρο δίκτυο υποστήριξης για να απαλλαγούμε από την παρθενιά μας. Την διανοητική και την συναισθηματική παρθενιά που μας κληροδοτήσατε. Οχ όμως δεν σε κατηγορώ, ξέρω γελάς όταν με θυμάσαι, μανιασμένη να τσιρίζω πως με γάμησε ο Χρήστος. Γελάς με την τρομάρα σου αρχικά και με την ασχετοσύνη σου, στις παρέες μου το με γάμησε ήταν με βάρεσε. Τώρα θέλω να παίξω πάλι, κι άμα σε δω μπορεί να μου ξεφύγει, αν δεν τα καταφέρουν με ματ, υμετ, οπκε, με τόνους προπαγάνδας, με υποσχέσεις ασφάλειας και ευημερίας, με ονειρώξεις αλλαγής, με επιστημονικούς αυνανισμούς, θα βάλουν τον αη βασίλη να μας γαμήσει. Γι αυτό δεν θα έρθω, θέλω στο δέντρο μου να κρεμάσω τους παραπάνω, κι οτιδήποτε κυκλοφορεί αυτές τις μέρες με φωτοστέφανο. Και βαριέμαι να σε ακούσω να μου λες για το μήνυμα των ημερών. Πίσω από τον ήλιο, κάτω από το χώμα οι άγιοι σου.
Στην άλλη άκρη, πέρα από την γέφυρα φαινόντουσαν κομμάτια από γαλάζιο ουρανό, σαν να λέμε εδώ έβρεχε μα εκεί είχε ήλιο. Θυμήθηκα το ουράνιο τόξο, κι έπειτα αυτό το πλάσμα που φυλάει ένα πιθάρι με χρυσό. Αυτό το πλασματικό δεν είναι που κυνηγάει, και τρέχουμε και ποτέ δεν προλαβαίνουμε την συνείδηση μας; Δεν θα έρθω, θα σου ζητήσω δανεικά κι αγύριστα, για να βοηθήσεις κι εσύ τους συντρόφους που βρέθηκαν να χρωστάνε εγγύηση σε στυγνούς εγκληματίες και τις συντρόφισσες να μην αργοπορήσουν στις συναντήσεις με τις δικές τους συνειδήσεις. Ξέρεις από όταν έμπλεξα την μοίρα μου με αυτούς κι αυτές, τους επικίνδυνους και τις επικίνδυνες για την σιγουριά σου, νιώθω πως το ζουμί της ύπαρξης μου, μπήκε σε ένα δοχείο, και μέσα από αυτό επικοινωνεί με άλλα δοχεία. Μια μήτρα από την οποία δεν θα βγω, αν δεν αλλάξω, αν δεν αλλάξουμε τον έξω, τον παρηκμασμένο κόσμο. Με αυτό το υγρό πότιζα πριν κάμποσο καιρό, ένα άλλο δέντρο όχι το δικό μου, δεν κατάφερε να μεγαλώσει, οι ρίζες του με αρνιόντουσαν, κι ύστερα άρχισε να με ξερνάει, θολωμένο από το χώμα. Τουλάχιστον όμως λέρωσε το σαλονάκι μιας κάποιας ευτυχισμένης οικογένειας. Θα πρέπει πια και τα λαμπάκια του, να έχουν βραχυκυκλώσει. Επιστρέφοντας στον εαυτό μου κατάλαβα, πως πότιζα με δάκρυα, τα οποία είναι ανίκανα να επικοινωνήσουν όλο μου το υλικό.
Ποτέ δεν με αφήνεις να μισήσω και με δωροδοκείς συνήθως με συναισθήματα που δεν μοιάζουν με την αγάπη, είναι εθιστικά όμως κι επικίνδυνα. Δεν θα έρθω, μισώ το ύφος της συγχώρεσης που φοράω για να σου αρέσω. Στο δέντρο μου, θα κρεμάσω τα τομάρια, όλων αυτών που αλυχτάνε στους δρόμους, σημειώνουν τις ζωές μας, προσπαθούν να ορίσουν τα βήματα μας, περιμένουν ευκαιρία να μας χιμήξουν. Γιατί ακόμη κι όταν με προσπερνάνε, ορμάνε στους διπλανούς, τις διπλανές μου. Να την θυμάσαι σε παρακαλώ αυτήν σου την συγκίνηση, όταν διάβαζες αυτήν την εφημερίδα «απατρίς», και να με καταλάβεις, να μην μου πεις πως σκορπάω την δυναμική μου όταν ονειρεύομαι φασίστες κρεμασμένους στο δέντρο μου. Και συμβαίνει μερικές φορές αυτό το καταραμένο ραντεβού, να είναι και το πιο ωραίο.
Θυμάσαι κάποτε, χωρίς την φράντζα μου, χωρίς τα μάγουλα μου, είχα τρέξει να κρυφτώ κοντά σου, κομματιασμένη, σου είχα εκμυστηρευτεί την αποτυχία μου και δεν καταδέχτηκες καν να την καταπιείς, πόσο μάλλον να την χωνέψεις. Το είχες ρίξει πάλι στα μεταφυσικά, κι όταν είδες πως δεν είχαν αποτέλεσμα μου έφτυσες ειρωνικά « Σε αγαπάν πολλοί οι φίλοι σου εε; ».
Στο κράτησα καιρό κι έπειτα εκδικητικά αυτήν την φορά σου εκμυστηρεύτηκα ένα κοινό με τον συνέταιρο στην μεταξύ μας αποτυχία μυστικό. Ότι αγαπάμε σε αυτόν τον κόσμο, έχει να κάνει με την καταστροφή του. Ναι είναι αλήθεια, η δύναμη του είναι μεγάλη, τα ξόρκια του είναι ακόμη στην πλάτη μου, με έφτυσε σε μια βαρβαρότητα που τότε δεν μπορούσα να χωνέψω. Μα τώρα προχωράω, αντίθετα σε αυτόν τον κόσμο, ο φόβος για το μίσος του, έβγαλε την δικιά μου βούληση κι οι τότε πόνοι ήταν σπασμοί μιας δικιά μας γέννας. Αν δεν καταφέρω να συνεχίσω να τον μισώ κι εγώ αυτόν τον κόσμο δεν θα κάνω χατήρι στην ψυχή μου, μα στο τομάρι μου. Αυτό το τομάρι θα το κρεμάσω σε αυτήν την περίπτωση, στο δέντρο μου.
Κι επειδή πρέπει να σοβαρευτώ και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μιλάει αυτές τις μέρες με την μάνα του, ο χαιρετισμός στο τέλος πάει στον μάνο (man oh!) μου.
Σε αγαπώ και σε θυμάμαι.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Η εβδομάδα αυτή ξεκίνησε τρίτη βράδυ, οπότε και μπόρεσα να βάλω όλη μου την λύπη, κι όλη μου την φόρα , στην βροχή, και μέσα απο αυτήν σε έναν περαστικό, που σκεφτικός όπως ήταν, δεν έτρεξε να φυλαχτεί απο αυτή.
Τετάρτη πρωί, στο κέντρο, μετράω αφίσες, αλληλεγγύη στον γιάννη δημητράκη. Απόγευμα, προβολή βίντεο και κουβέντα στο πολυτεχνείο, και λίγες ώρες μετά στο ανοιχτό πολυτεχνείο. Βάζω τα χαζά μου, μπυρωίνη και νευράκια, συμφιλιώνομαι για τελευταία φορά, με την αγκαλιά που θα προστατεύσει την διανυκτέρευση μου. Παρένθεση: οι αγκαλιές εξασφαλίζουν πάντα πρωινά χαμόγελα, απο την άλλη όμως κάθε φορά που κλείνει μια αγκαλιά, ανοίγει μια άλλη. Σπίτι για λίγο και μετά πάλι έξω, το κάλεσμα έχει δοθεί.
Βρίσκω παρέα, παίρνω την καινούργια μου ταυτότητα και πρακτική τσάντα, έχει νυχτώσει όταν βγαίνουμε στον δρόμο, οι μπάτσοι μας κλείνουν με π, είναι αμέτρητοι, κόσμος απο την πορεία μας φεύγει απο το πεζοδρόμιο.
Νιώθω έναν έλικα πάνω απο το κεφάλι μου, κάτι απειλητικό να γυρνάει, είναι παρανοϊκοί, κοιτάζω στην περιφρούρηση.
Αφορμή για να μας σπάσουν δεν δίνεται, γυρνάμε στο πολυτεχνείο, συνέλευση...
Κάθομαι μέχρι αργά,τσακώνομαι με την απογοήτευση, μια προσωπική ματαίωση με περιγελάει. Βρε δεν πας να μου γαμηθείς, την κάνω τρίπλα, και υπάρχω όπως ξέρω να υπάρχω. Με όποιον-α κάτι λέει και κάτι κάνει. Χαζεύω το φεγγάρι, πάω να ευχηθώ, μια μαυρόγατα γυρνάει και με κοιτάει, μια φωνή με κανακεύει, το ξέρω ότι μπορεί να μην θέλω να τα ζήσω αυτά που εύχομαι, το ξέρω ότι ερωτεύομαι μονόδρομα, για να ζω εγκαταλείψεις και γυρισμούς και ξέρω ακόμη πως δεν μπορώ να ευχηθώ για τις μέρες που έρχονται ή για το δίκιο, για αυτά μπορώ μόνο να κάνω κι αυτό το μπορώ το έχουν πιάσει στο κόψε ράψε, μην τυχόν και περισσέψει οργή.
Γυρίζω με τα πόδια σπίτι, κοιμάμαι μέχρι αργά. Το ίδιο δρομολόγιο, όσο η πόλη γεμίζει με τον στρατό κατοχής, τόσο το πανεπιστημιακό άσυλο, γίνεται... πιο άσυλο. Καταφύγιο και άγχος για κάθε αποχωρισμό, ο πυρετός της πύλης. Είναι παρασκευή, τα στέκια συνελευσιάζονται, εγώ έχω μια συνάντηση που με ενδιαφέρει.Τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, η καταπάτηση τους, αλήθεια ήξερες ότι πολύ συχνά, τα ιδρύματα που τους φιλοξενούν "διαχειρίζονται" τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς; Ότι σε περίπτωση που παρουσιάσεις κάποια συναισθηματική δυσκολία που το οικογενειακό σου περιβάλλον κρίνει ως απειλητική, θα οδηγηθείς στο ψυχιατρείο με περιπολικό;
Ότι έχεις το δικαίωμα να συντάξεις μια διαθήκη, ένα έγγραφο που να περιγράφει τους όρους με τους οποίους θέλεις να νοσηλευθείς, σε περίπτωση που αυτό κριθεί απαραίτητο;
Απο ποιούς κι απο ποιές κρίνεται αυτό το "απαραίτητο";
Κι ενώ προσπαθούμε να γίνουμε ομάδα, ενώ συμφωνούμε ότι η αφετηρία μας είναι κοινή, ενώ ψάχνουμε τρόπους για κοινή πορεία, εγώ είμαι ιδιαίτερα αγχωμένη,για αυτό το σκ, και ιδιαίτερα ιντριγκαρισμένη με την πολυπληθή ομάδα που θέτει τους δικούς της στόχους στην αίθουσα απέναντι. Όταν έχουν πια τεθεί, βλέπω απο το παράθυρο στην αυλή κάποιον να φεύγει φουριόζος. Γελάει κ έτσι μου δημιουργείται η ανάγκη να φύγω κι εγώ. Περιμένω να μιλήσουν όσοι θέλουν να μιλήσουν κι αποχωρώ. Κάτι μου γελάει. Venceremos.
Σπάω τον ιδρυματισμό μου με βόλτα στο μοναστηράκι, κι η πορεία είναι μια ωραία βόλτα, δεν θέλω να τα φοβάμαι τα σκουλήκια, δεν θέλω να τους αφήσουμε την πόλη, βλέπω το φεγγάρι πάλι κι εύχομαι στα χαμόγελα.
Τι ειρωνία, σκέφτηκα για μια στιγμή, ότι ίσως να προτιμώ να επικοινωνώ πίσω απο το τζάμι. Και δεν σκέφτηκα η αφελής, πως αυτό αυτές τις μέρες αυτό είναι υπαρκτή απειλή, όχι ευχή.
Τέρμα όμως με την απαισιοδοξία, πίσω στην πορεία, " σε αυτούς τους δρόμους σε αυτήν την κοινωνία, οι εξεγέρσεις γίνονται δεν είναι ουτοπία ".
Ήρεμη, χαρούμενη και τρυφερή είναι η νύχτα, "τι κάνεις;" "κρατάω την δύναμη μου".
Μου χρειάστηκε. Σάββατο τα μαντρόσκυλα εισβάλλουν στο ρεσάλτο στο κερατσίνι, συλλαμβάνουν 21, όχι 22 άτομα, η συνάντηση στην μεσολογγίου, καταλήγει σε κυνηγητό απο τους δελτάδες. Στην Βαλτετσίου, σωριάζονται με τις μηχανές τους ο ένας πάνω στον άλλον. Τους παρακολουθούμε έξω απο το (καφέ) τρένο, έρχονται κι άλλοι- μωρέ πόσοι είστε- φύγετε λέει ένας, γιατί έχετε σκοπό να σκοτώσετε και φέτος κανέναν;
Ο μαγαζάτορας βγαίνει, λέει να φύγουμε απο την πόρτα. Θα τα κεράσει τα ποτάκια του ο καραγκιόζης, πάραυτα.
Γελούσαμε χτες με τον Ο., στον σταθμό, φανταζόμασταν τους γελοίους τους δελτάδες να περνάν στις γραμμές του τρένου και να ταρακουνιούνται οι ατσούμπαλοι. Κι ένα τρένο πίσω τους συμπλήρωσε σοφά η Γ.
Τον παίρνω τηλέφωνο, είναι στο Κερατσίνι, κατάληψη δημαρχείου, ενημερώνουν απο την συνέλευση, κι ύστερα απο λίγο εκκένωση και συλλήψεις. Τα μαντάτα για προσαγωγές/συλλήψεις στο κέντρο, άφθονα. Το ανοιχτό πολυτεχνείο γίνεται κατάληψη πολυτεχνείου, κι ο ζόφος ξεκινά για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι παλιοί...
Κυριακή, ο καιρός είναι καλός, η βροχή της Τρίτης, κλαίει μέσα στο τρόλεϋ, κι ύστερα γίνομαι πάλι θαρεττή, το πανώ του πολυμορφικού δεν είναι καπέλο, όπως λέγαν κάποιοι, είναι παλτό και σήμερα κρυώνω πολύ, καφές, συγκρατημένα χαμόγελα. Τα πρώτα χημικά οι γελοίοι απο μέσα δεν ανοίγουν, η πόρτα χτυπιέται για πολλή ώρα. Τρέξιμο μπρος και πίσω, κάποια στιγμή, έχουμε μια πόρτα ανοιχτή. Ο πρύτανης βγαίνει, υποβασταζόμενος, αλλά όχι χτυπημένος.
Η πορεία ξεκινάει, χαίρομαι που κάποιοι/ες ανταποκρίθηκαν έστω και στο ξυπνητήρι, οι πρώτοι τραμπουκισμοί των τσέων στην πανεπιστημίου, κάποιοι συριζαίοι μας σπρώχνουν, προστατεύουν το μπλοκ τους οι ξεφτιλισμένοι τραμπουκίζοντας, βάζω τις φωνές τον σαστίζω τον γλίτσα και νιώθω κάπως καλύτερα.
Στα μακ ντόναλτσ στην ηλίθια πλατεία οι δέλτα παρασύρουν μια γυναίκα που διαδηλώνει, σωριάζονται πάλι οι άχρηστοι, τρώνε ποοολύ ξύλο, κοιτάω και δεν μπορώ να φάω το γέλιο μου, ζηλεύω που δεν είμαι πιο κοντά, έχω πολύ σάλιο σήμερα.
Προπύλαια, μαγειρεύουμε πετρόσουπα, σερβίρεται επί ώρες.
Η παράνοια των μέσων καλά κρατεί, μιλάνε για εκκένωση, για κατηγορίες για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αποχωρούμε μαζικά αφού έχει νυχτώσει.
Κρατιόμαστε με ένα αγόρι, υποκρινόμαστε ότι ρομαντζάρουμε, ερημιά, έμπειροι κι άπειροι δολοφόνοι παντού, φόβος.
Κάποια μου λέει ότι πάνε να βγάλουν το ρεσάλτο γιάφκα, σουρουπώνει. Έχω μολύβι στα πόδια μου. Προσαγωγή λίγες ώρες αργότερα, η πρώτη μου, πολύς κόσμος στον διάδρομο.
Στο μυαλό μου στριφογυρίζει η Πέτρου Ράλλη.
Πριν κοιμηθώ σκέφτομαι πως αξίζει να την μάθω την ιστορία αυτού του δρόμου καλύτερα, μαζί με άλλες σχετικές ιστορίες, κι ύστερα να μάθω να ζωγραφίζω.
Με το ξύπνημα της Δευτέρας, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ένα ανακουφισμένο χαμόγελο. Με ξυπνάει ένα χιονόσκυλο, τα κουράγια μου επιστρέφουν δεν προλαβαίνουμε την πορεία την περιμένουμε στα μπατσοφρουρούμενα προπύλαια. Μιλάνε με πέντε έξι κοντοπίθαρους με πολιτικά, που βρίσκονται πίσω τους, φιλικά. Καμιά ανοχή στους φασίστες εεεε; Σίγουρα ναι...
Βρίσκω μια φίλη, μου μεταφέρει χαρούμενα νέα, οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, έμεινε μόνο αυτή του εκρηκτικού υλικού, (κηροζίνη!!!!!). Μου λέει και για την αλληλεγγύη έξω απο τα δικαστήρια την Κυριακή, την λύσσα των κοπρόσκυλων, σαν αντίδραση.
Βρίσκω και τον Ο. στο τηλέφωνο, είναι καλά, μετά την απολογία θα ζητήσουν να αφεθούν ελεύθεροι, σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει δεκτό θα παραμείνουν εκεί. Ανυπακοή. Χαίρομαι.
Ξημερώματα, έρχεται μήνυμα, έξω και απο το ρεσάλτο, ψηλές οι εγγυήσεις. Πολλές οι συναυλίες θα συμπληρώσουμε το απόγευμα, με βόλτα στην θάλασσα, καθώς μου αφηγείται πρόσφατες ιστορίες ανυπακοής..Πορεία στο κέντρο, βόλτα, και ρουτίνα, μέχρι την επόμενη φορά, μέχρι την επόμενη καταιγίδα.Στα κεφάλια τους.
Φφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφ......