Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

αυτοκόλλητοι

Αγόρασα αυτοκόλλητα σήμερα για τον πιτσιρικά. Έτσι νόμιζα δηλαδή. Δεν ήταν αυτοκόλλητα τελικά.

Όταν τελείωσε με την ανάγνωση του ζήτησα να διαλέξει. Δυο μέλισσες, ένα στοιχειό, ένα μαύρο τριαντάφυλλο, κι ο κύριος με το καπέλο κι ένα πιστόλι στο χέρι. Αυτόν διάλεξε τι άλλο;

Τα άλλα είναι για κορίτσια λέει.

Δηλαδή εσένα δεν σου αρέσουν τα λουλούδια;

Μου αρέσουν, έχεις δίκιο, τα σκούρα μπλε και τα μαύρα λουλούδια.

Έβγαλα λοιπόν τον μυστήριο κύριο από το σελοφάν και έκανα να τον κολλήσω στην κασετίνα. Μάταια. Δεν είχε κόλλα.

Πειράζει που δεν είναι αυτοκόλλητο;

Δεν πειράζει, απλά να μην τριγυρνάει εκεί μέσα.

Γελάσαμε λίγο.

Λοιπόν κι εγώ δεν έχω κόλλα, γι αυτό και τριγυρνάω.

Γύρισα σπίτι. Έβαλα τα υπόλοιπα κατ’ ευφημισμό αυτοκόλλητα στο κομοδίνο μου. Δεν κατάλαβα πότε άρχισε να φυσάει. Το δωμάτιο πήρε μια κόκκινη απόχρωση, ίσως να γκρέμισαν τις πολυκατοικίες τριγύρω σκέφτηκα και τώρα μετά από πολλά χρόνια θα βλέπω την δύση από το υπνοδωμάτιο μου.

Το άρωμα καρύδα, νοστάλγησε τις καλοκαιρινές του δόξες, και κάποιον που το είχε φέρει μέχρι εδώ για να το ρουφάει από πάνω μου. Σε μια στιγμή μελαγχολίας βούτηξε από το κομοδίνο στο πάτωμα. Γέμισε το δωμάτιο με μικρά γυαλιά έτοιμα για καυγά και σταγόνες ανυπόμονες για έρωτα. Έτσι χωρίζουν οι εραστές; Μου φώναξαν εν χορώ, με ανάμικτες διαθέσεις. Έτσι χωρίζουν όλοι απάντησα και τυλίχτηκα περισσότερο.

Ύστερα το τριαντάφυλλο γύρισε να δώσει τις εξηγήσεις που εγώ δεν τους έδωσα. Είναι που εγώ της τρύπησα το δάχτυλο τους λέει. Και βιάστηκε να ξεχάσει ανυπόμονες αγκαλιές, παράπονα, γέλια, φυγές, αποχωρισμούς. Και αυτό το μου λείπεις.

Την ξεγέλασα βλέπεις πως είμαι αυτοκόλλητο. Μετά σηκώθηκε, ζωντάνεψε κι άλλο, ήρθε και με τρύπησε στο μπράτσο. Το βλέπετε; ρωτάει και καμαρώνει μια σταγόνα αίμα.

Την σκούπισα βιαστικά, και γύρισα πλευρό, πατώντας δυνατά το χέρι. Όταν σηκωθώ θα πω, πως ήταν απλά μια μελανιά, σαν από λάθος, από χαμηλή πίεση.

Το στοιχειό άρχισε να τριγυρίζει, στο σπίτι. Κουνούσε την πόρτα. Άκουγα την χαλασμένη κλειδαριά να κουνιέται και μια φωνή να λέει το όνομα μου. Τώρα χωρίς παρέα, λες όλες οι απουσίες να επιστρέψουν; Να γίνουν απειλητικές τρύπες; Και μόνο να με απειλούν, ποτέ να μην με ρουφάνε; Ανυπόφορος φόβος και απελπιστική ασφάλεια. Ανασφαλής έλξη και ενοχική αποστροφή. Ρώτα τις μέλισσες μου λέει αφού εμένα δεν θέλεις να με ακούσεις.

Είναι που μοιάζεις με ζόμπι καλή μου αγάπη.

Θέλει βία η αγάπη, μου λέει κι εσύ την ξόδεψες.

Που; Ρωτάω τις μέλισσες.

Αρχίζουν να με τσιμπάν, μαλακά, λάγνα ενώ ταυτόχρονα στριφογυρίζουν πριν ζευγαρώσουν. Γεμίζει ο ύπνος μου με ηδονή, βυθίζομαι σε ένα γέλιο, τελειώνω καθώς κάποιος μου λέει « σε πεθύμησα », γελώντας.

Ξυπνάω με πείνα, ερωτική πείνα, πείνα για ένα πρόσωπο, καιρό ξεχασμένο. Λαχτάρα, πιο όμορφη λέξη. Το στοιχειό γίνεται αυτό το πρόσωπο, κάθεται με γυρισμένη την πλάτη του σε εμένα στραμμένο στον καθρέφτη. Και καθώς προσπαθώ να διακρίνω στον καθρέφτη την ανάμνηση που έφερε όλη αυτήν την αναστάτωση μέχρι εδώ, με ένα μπαμ, το δωμάτιο βυθίζεται στο σκοτάδι.

Ξυπνάω και μαγειρεύω κοτόπουλο. Πάντα αρρωσταίνω όταν τρώω κοτόπουλο. Καλύτερα θέλω μοναξιά με μιζέρια. Ούτε ηρεμία, ούτε φροντίδα.

Κρεβατώνομαι και περιμένω του κόσμου τα μυστήρια για παρέα.

Αντί για αυτά, το τηλέφωνο που και που.

Χάθηκες, γιατί;

Τα περνάω υπέροχα με τον καινούργιο μου φίλο για αυτό.

Χαθήκαμε όμως καινούργιε μου φίλε. Πρώτα γίναμε λίγοι κι ύστερα άφαντοι.