Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Κάποιες φορές η ανάγκη μου γίνεται πελώρια,δεν φτάνει το μπουκάλι. .
Δυναμώνει το παράπονο μου, δεν φτάνουν τα τραγούδια, δεν φτάνει το κλάμα.

Κάποιες φορές θέλω τόσο πολύ να μάθω τους ανθρώπους για να ξεχάσω, να με ξεχάσω, κι οι άνθρωποι που γνωρίζω μπλέκονται- παρεμβαίνουν βάζουν τελείες στην δική μου  ιστορία κι είναι αυτό τόσο ανθρώπινο που η συγκρότηση μου δεν με νοιάζει.

Κι είναι φορές, που αφήνω να πλεχτούν πάνω μου τα όνειρα μου και τα όνειρα των άλλων, να βρουν το γήινο τους πάτημα. Το χαμόγελο αυτό που ανθίζει μαζί με εκείνα, το μασουλάω ύστερα αργά και σταθερά μέχρι να καταφέρω να το καταπιώ, γιατί δεν μου ταιριάζει.


Είναι κομμάτια της μνήμης που με τόση δυσκολία συναρμολογούνται ίσως για αυτό να μασάω μαζοχιστικά αυτό το χαμόγελο, κομματιασμένο να τους ταιριάξει.

Πολλές φορές παραδέχομαι δεν είναι δύσκολο να συνηθίσει ο άνθρωπος την γλύκα, μα αυτήν την πίκρα την αποψινή κάποιες φορές την έχω τόση ανάγκη.

Γιατί μέσα στην ίδια εικόνα, στην ίδια λέξη, στην ίδια χειρονομία, χώραν τόσο πολλά, κι είναι τόσο στενάχωρες οι εικόνες, οι λέξεις, οι χειρονομίες..Αυτά τα πολλά και κάπως αντιφατικά δεν στριμώχνονται τότε μα έρχονται με φόρα το ένα πάνω στο άλλο, γυρεύουν να αφανίσουν το ένα το άλλο ή να συγχωνευτούν. Στην στιγμή, στο μέρος εκείνο που είναι ορατές οι διαφορές, ανακουφίζομαι καθώς η συνάντηση των οικείων με τα ανοίκεια δεν με τρομάζει τόσο πια, ίσως γι αυτό η θλίψη να τσιμπά λίγο πιο πολύ.

Τα αγαπημένα μου χρώματα, τα αγαπημένα μου μέρη, τα αγαπημένα μου πρόσωπα, οι αγαπημένες μου λέξεις, χωρίς εκείνο το μας, βαριά στο σακίδιο μου. Δεν καταδέχομαι όμως πια να διαπραγματευτώ το γιατί τα κουβαλάω, θα το ξανανοίξω και θα μοιραστώ πάλι, κι ούτε θα νοιαστώ, και θα ρωτήσω από νωρίς
αν πάμε για μοιρασιά.




Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014



Η βάλια, ο μηνάς και ο αφρός της θάλασσας



Σάσα λιώστην μύγα μωρό μου..
Πο,πο πόσο λαχτάρησε να πιάσει την μέση από το παντελόνι της, να χαϊδέψει λίγο το σώμα της μέσα από τα ρούχα, τώρα που είχε καταφέρει να την παρηγορήσει. Που περπατούσε στο σκοτάδι χωρίς αυτές τις αμήχανες εκδραματίσεις της, να κλωτσάει τα κύμματα, να πετάει πέτρες , να βουρκώνει και να κατεβάζει κι άλλο το βαρύ της κεφάλι. Ήξερε  βλέπεις πως όλη αυτή η προετοιμασία δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που θα συναντούσε, κι ανησυχούσε. Όπως όμως τώρα άφηνε τα κύματα χαμογελώντας να ξεσπάν πάνω της την ένιωθε δυνατή, αρκετά μεγάλη για να κουμπώσει στο σώμα του.
Η Σάσα έλεγε πως είχε δυναμώσει, πως οι εμμονές της είχανε γίνει μόνιμες, ενσωμάτωνε λόγια από ένα βιβλίο για να αποφύγει την ορολογία που δεν είχε καλοχωνέψει κι έτσι του θύμιζε κορίτσια που κυλιόντουσαν στα πατώματα του, εντελώς μεθυσμένα, γεμάτα ανασφάλειες και μοναξιά. Μα ο ούγκο  δεν μπόρεσε να χωνέψει πως ήταν κυρίως η απαιτητική επιβίωση που αυτήν εδώ την σκλήραινε, αυτή κι η ελπίδα για αυτοπροσδιορισμό.
Η Σάσα ξύπναγε την ανατολή, με την ανάμνηση της εγκατάλειψης, το σώμα της κλωτσούσε, τραβιόταν  στην άκρη για να μην τον χτυπήσει.
Μια φορά, ίσως δύο είχε συμβεί αυτό. Είχε μεθύσει από νωρίς κι είχε αποκοιμηθεί. Ξύπναγε έτσι κι αλλιώς με το φως.  
Φλωροτράγουδα, έκλασα, τα φτυσε το κεφάλι μου για αυτά που κορόϊδευα, το πήρε απόφαση, τώρα, δεν γίνεται να μην αγαπήσεις ένα σώμα που σου προσφέρει ηδονή, όσο κι αν πρόβαλλες τον εαυτό σου πάνω του, δεν γίνεται να μην το καταλάβεις, να μην μυρίσεις την λαχτάρα και την κορύφωση του, δεν γίνεται να μην σηκώσεις ψηλά στα  χέρια σου την λέξη ανάγκη. Δεν γίνεται να προσφέρεις σε όλους ηδονή, έτσι κι αλλιώς δεν θα σε αγαπήσουν όλοι έσταξε  έπειτα λίγη ωριμότητα  στην σκέψη της. Συγχρονίστηκε και γέλασε.
Τα χέρια του δώσαν μια ώθηση στην μέση της, την γύρισε πάνω του. Λιώστην μύγα μωρό μου. Η παραλία ήταν γεμάτη θα μετάνιωναν το κάθε βογγητό, άσε που ένας τριπαρισμένος γύρευε από πότε, κυκλοφορούσε και μαλακιζόταν πάνω από αμήχανες λουόμενες. Πόσο απέχει από εμάς;
Αγκομαχούμε ανάμεσα σε λέξεις που ποτέ δεν βρήκαν τον δρόμο τους, με   μάτια διψασμένα για  χιλιάδες καθρεφτίσματα, παρατάμε  το σώμα μας στο  άγγιγμα να ξορκίσουμε την μοναξιά που η σιωπή μας υπενθυμίζει, σφίγγουν τα σώματα μας καθώς θυμούνται   χέρια που μας χάϊδεψαν και μας άφησαν χωρίς δέρμα, σε χέρια που πληγώθηκαν στα κομματάκια  της μνήμης μας, μυτερά μικρά κομμάτια, στην θέα τους το χέρι μου κλείνει και αγκυλώνει. Πλησιάζουμε, κι είναι η παρουσίαση μας μια τόσο μεγάλη υπόθεση, ξεχνιόμαστε σε αυτήν.
Απλώνουμε τα πανιά μας, και τους ευχαριστημένους μας ήχους και φτάνει αυτό, σαν τελετουργικό,  για να παρηγορήσουμε τις μεγάλες μας ταπεινώσεις, να ξεχάσουμε τα επ’ αόριστον κατεβασμένα μας ρολά, τα χαμηλωμένα μας μάτια σε κάθε μάλιστα, το μουρμουρητό που παραμονεύει κάθε μικρή μας υπέρβαση, τις λέξεις που σέρνονται, που μπλοκάρουν την ανατριχίλα, που σφουγγαρίζουν βιαστικά τις ευχαριστημένες μας εκκρίσεις. Κι ακόμα αυτήν την ανάγκη να μπούμε στην κρεατομηχανή, τόσο πραγματική και  επιτακτική κάθε πότε, που απαγορεύει τις εφηβικές μας αγκαλιές, την επιστροφή σε αυτό που υπήρξαμε. Σιγά μην φτάνει του είπε σιγανά ανάμεσα στα γλυκόλογα χωρίς να αλλάξει τον τόνο της φωνής της.
Αη στο διάολο μουρμούρισε αυτός στον ίδιο τόνο. Το γέλιο της ακούστηκε ήσυχο στην αρχή κι ύστερα δυνατά, σαν φωτάκια, σαν αστέρια που συνηθίζει το μάτι και μετά διακρίνει κι άλλο κι άλλο, σαν τα φώτα από τα σπιτάκια σε μια περιοχή που πριν την συνηθίσεις μοιάζει με έρημο, ακούσαν ένα άλλο γέλιο κι ύστερα κι άλλο ένα.
Τον Ούγκο δεν τον παρηγόρησαν τόσο αυτά τα γέλια. Γύρευε βλέπεις την συνύπαρξη και για αυτό μπορούσε να νιώσει το δυναμικό του όταν δεν τρέκλιζε ανάμεσα στα λόγια και τις εμπειρίες του. Τις στιγμές που  ένιωθε ανυπόμονος να πράξει και που αυτή η ανυπομονησία ήταν μοναχική και σιωπηλή, έτσι ώστε να συγχρονίζεται με διαφορετικές ταχύτητες και οπτικές. Την στιγμή για παράδειγμα, που λέγανε  για τα αγχολυτικά και για τον ναρκισσισμό, χωρίς αυτό το γαμώ-χριστιανικό το υποφέρω, ή όταν πχ  επιτρέπαν η μία στον άλλον ρίγη, και επιλεκτικά/ εκλεκτικά αγγίγματα. Ή όταν με έκπληξη συμπλήρωνε αυτή με  τα λόγια της τις περιγραφές από  τις τελευταίες του αναζητήσεις. Κι ο κυνισμός της τώρα, μια λίμνη γεμάτη πίκρα βάλτωνε την επιθυμία του. Κυνισμός που χωρίς αυτόν κι εκείνος ένιωθε πως ένα πουλί χτυπιόταν στο στήθος του. Το κάλμαρε όμως και της είπε πατρικά, τι νόημα έχει να ακούς ένα γέλιο από μακριά αν δεν το μοιράζεσαι; Πως γίνεται η συντροφιά να βασίζεται στο τυχαίο; Οι συνειρμοί μας είναι κάθε πότε αποπνικτικοί..  Την φοβόταν βλέπεις, αυτήν και την καθεμία που φορμάριζε με αυτόν τον τρόπο τις σκέψεις  της πριν να τις περάσει στα λόγια.
 Η Σάσα βέβαια πάλευε με τις εκκρίσεις του θυροειδή της αδένα κι αυτό το καλοκαίρι. Κι έκανε την διαδρομή σωματοποίηση- ψυχολογιοποίηση, αλεξάνδρας-  εξάρχεια, γιατί ανακάλυπτε κάμποσα χρόνια τώρα τι την πονάει, και δεν του επέτρεπε του γαμημένου να είναι μέσα της. Κι είπε αη στο διάολο κι οι ανείπωτες ιστορίες της βγήκαν κολυμπώντας στον αφρό. Οι θανατερές της συνειδητοποιήσεις γλύκαναν, καλύτερα να μην μάθεις, έδιωξε ένα τσσσσσσσσσσσσσσσσσς που σύρθηκε.
Κατάφερε όμως να του πει την λέξη  εμείς με ειλικρίνεια και ζεστασιά τόση που την συγχώρεσε για το γενικόλογο νοηματοδοτούμε την εμπερία μας. Άπλωσε έτσι αυτή νιώθοντας ασφάλεια το τσαντήρι της στο ανακουφισμένο του βλέμμα.   
Πίσω στην πόλη το σταχτύ στο δέρμα τους ξεπλύθηκε κάτω από τα ζεστά ντουζ.


Η Βάλια δανείζεται το όνομα της από μια  ηρωϊδα  του Enki Bilal, o Μηνάς δανείζεται το όνομα του από κάποιον τρελαμένο όχι για χάρη κάποιας ομοιότητας, αλλά για να επιτρέψει στον εαυτό του να αγκαλιάσει την Βάλια.

Συνεχίζεται…

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

τι είναι

φοβάμαι πως την άνοιξη αυτή- θα μικρύνω τόσο-που δεν θα χωράς πια στην αγκαλιά μου!

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012


Στον ροδακινί τοίχο, κρέμασα το εξώφυλλο ενός cd, δώρο απο κάποια ξεχασμένα γενέθλια στο μανιφέστο. Έχω -λέει- καιρό να αφήσω το πνεύμα ελεύθερο για κοινωνικές συλλήψεις. Σε πεθύμησα. Μοναξιά στην πόλη, χαμόγελα και αγκαλιές, μυρωδιά απο κολώνια, ανακατεμένη με αλκοόλ και ιδρώτα, μ αγαπάει, κι εγώ το ξέρει. Έχω λοιπόν καιρό, το μεταφράζω έχω χρόνο, εύρος κοινωνικής απεύθυνσης λέω με μια επιτηδευμένη γκριμάτσα και γελάμε, αποχαυνωμένοι απο τη ζέστη, καημενούληδες.Κι όμως άσχετα με τον κυνισμό χαίρομαι για τις διεργασίες που δεν μπορούσα να καταλάβω μέσα στον πανικό και το τρέξιμο, και τις διαφωνίες, χαίρομαι που βρέθηκα με κάποιον έξω από εκείνη την εκκλησία και μιλήσαμε τόσα απογεύματα, έναν χρόνο πριν, κι έπρεπε να περάσει όλος αυτός ο καιρός για να καταλάβω ότι καταλαβαινόμαστε. Παλιμπαιδίζω τούτες τις μέρες ήμουν βλέπεις για καιρό, "δανεισμένη μαμά". Κάπως έτσι σκαρφάλωσα στην πλάτη του κουμπάκια με τα γυαλιά, κάπως έτσι μου ήρθαν πολλές αναμνήσεις μαζεμένες. Τα πάρτυ ανάμεσα απο τα ελληνάδικα, και τις ταβέρνες,τις αισθήσεις μου λαίμαργες τη φωνή μου να τρέμει. Την τρεχάλα μου με τις σαγιονάρες στην κατηφόρα- να φύγει το άγχος-να χαθούν οι σκέψεις. Την συναυλία των chumbawamba, που λέω χρόνια τώρα να μην είχα σώσει να πάω, και ξέρω πάντα πως πάλι θα πήγαινα, χίλιες φορές,μόνο που τώρα θα σε βουτούσα απο τα μαλλιά επιτόπου. Το κοζάρισμα με τα αγόρια στην πλατεία, τις αδέξιες προσεγγίσεις στις αφίσες και τα έντυπα. Όλα τα αδιέξοδα βουτηγμένα στο bourbon στο μανιφέστο, 24 χρόνων. το πρωινό στους κήπους του πασά, το "στίγμα", οι μανίες. Είμαι μεγάλη πια και δεν είμαι φρικιό και εξηγώ και πιστεύω πάλι απο την αρχή, ακόμη και σε αυτόν τον κόσμο αραδιασμένο σε ξαπλώστρες,απηυδυσμένο και νωθρό, με κάθε λογής παιδιά, με όλα τα χρώματα τα βερνίκια, με τις τακτοποιημένες νευρώσεις, τις διακριτικές παρατηρήσεις Είδαμε καιτα 4 shrek με τα μωρά και τους εκμυστηρεύτηκα ότι ο μαγικός αυλός ήταν το αγαπημένο μου παραμύθι, και πανηγύρισα από μέσα μου όταν ανακάλεσε την εικόνα του αυλιτή σε ανύποπτο χρόνο, και απάντησε στην παρατήρηση με ένα "επιτρέπεται να έχουμε φαντασία έτσι;". χαχαχαχα Τι έλεγα ήμουν στο τσακ να πάρω τηλέφωνο, γιατί ακόμη λαχταρώ το πρώτο σου βλέμμα, και την φωνή σου, μα ύστερα σκέφτηκα ότι μπορεί να μην το σηκώσεις. Και το ότι είσαι μπουνταλάς, κι ότι αν δεν φορούσες πάντα αυτά τα γυαλιά θα το χα προσέξει αυτό απο την πρώτη στιγμή στο βλέμμα σου. Κι ύστερα σκέφτομαι την γκριμάτσα κάποιου, το πως κρεμάει το στόμα όταν φοβάται ότι θα κάνω μαλακία, κι ένιωσα λίγο συνεπής, στο παρόν μου, ένιωσα πως δεν χωράει πια η εικόνα σου στην μνήμη μου, τουλάχιστον όχι τόσο επίμονη. Γιατί πάντα το παθαίνω αυτό όταν σε σκέφτομαι, νιώθω ερωτευμένη, μα η βελόνα της πυξίδας μου περνά από πολλά πρόσωπα, και δεν μπορώ να ησυχάσω, ή να συγκεντρωθώ σε κάτι και κάνω ότι μου κατέβει και πονάω τον άλλο όπως εσύ εμένα και...φεύγω Νιώθω όπως σε εκείνο το όνειρο όπου είπα διψάω και τους κοίταζα όλους εκτός απο εκείνον κι αυτός μου έγνεψε εγώ και ξύπνησα λέγοντας μέσα μου "ότι κι αν γίνει", και...έφυγα. Μοιάζει να αργεί αυτό το φθινόπωρο να έρθει, ή χρειάζομαι χρόνο να επανέλθω, ή δεν είδα όλα τα πρόσωπα που αγαπάω ακόμα, ή πρέπει να περάσει μια κυριακή,για να νιώσω μέρος της πόλης φάντασμα. Με ελληνικό στο καφενείο, με λαϊκά στην κουζίνα, με παρέα σε κάποιο σπίτι, με εκδρομή. Κάτι να φύγει η μοναξιά, να έρθουν τα πράγματα στις διαστάσεις τους, να μπορέσω να το εξομολογηθώ, φοβάμαι, μα δεν γίνεται πια να κάνουμε αλλιώς..

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

νανούρισμα


κοιτάζω το ζευγάρι που φιλιέται και λιώνει, μπροστά στην θάλασσα, όπως πέφτει το σκοτάδι, εγώ αυτό το όνειρο δεν το έχω δει. βλέπω ότι εχω γδάρει κάποιου την καρδιά και την πασπαλίζω, με ζάχαρη άχνη, να την κάνω μπουγάτσα, βλέπω ότι μια διαφωνία για τον βουδισμό ή την ριφενστάιν μπορεί να φέρει μουρμούρες, πικρίες που θα κρατήσουν έναν χειμώνα, βλέπω δάκρυα να πέφτουν άβουλα και παθητικά σαν την υγρασία απο τα αρμυρίχια. βλέπω παραγωγικά καλοκαίρια σεζόν, κι άλλα κι άλλα, κι αμηχανία φθινοπωρινή. βλέπω τον εαυτό μου σαν πεταμένη κούκλα,κι ακούω τις βρισιές των θαμώνων του ιντερνετάδικου, μα το βαρέθηκα αυτό το μέρος δεν θέλω να το περπατήσω άλλο. ίσως να μ άρεσε να πάω μια βόλτα στον λόφο, να περάσω κι απο το νεκροταφείο, μα ίσως δεν πάω απο δειλιά, τι θα πει ο κόσμος, γιατί να πας σε ένα νεκροταφείο αν δεν έχεις κάποιον νεκρό εκεί και γελάω, και ξεχνάω τον φόβο μου, γιατί το βρεγμένο χώμα θα το μυρίσουμε στο βουνό, δοκιμάζοντας σφεντόνες, γιατί θα γίνουμε μούσκεμα τελειώνοντας το τσιγάρο και την μπύρα μας, γιατί συνηθίσαμε τις εναλλαγές, κι έχει κι αυτό μια συναισθηματική συνέπεια, μια μη κανονική δόση τρυφερότητας. πέφτω για ύπνο και χαζεύω τις νυχτοπεταλούδες να κουτουλάν στην σίτα. θέλω πριν το κλείσιμο της νύχτας, και της μικρής ζωής τους να τις πασπατέψω παίρνοντας την σκόνη απο τα φτερά τους, να την περάσω στα βλέφαρα μου. να πάω στην δουλειά (δουλειά κι αυτή) μακιγιαρισμένη και με ένα ύφος, τι κοιτάτε, δεν τρέχει τίποτααααα