Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Ο Τζώνυ, η Βάγια, ο Μηνάς...

...η αγριότητα του να ζεις το εδώ σήμερα, κι ας μην το νιώθεις τώρα.
Στέγνωσε τα μαλλιά της και φόρεσε γκρίζα, το χρώμα του ποντικού, μουρμούρισε. Θυμήθηκε μια εγκατάλειψη, οριστική. Δαγκώθηκε για να σταματήσει ένα επίμονο κλάμμα.Διπλό κλάμμα γιατί όλο το έδιωχνε.
Μέσα απο τον ύπνο της τον είδε να φεύγει. Ταράχτηκε, ξύπνησε, είσαι πιο μελαχροινός του είπε σήμερα, εννοούσε είσαι πιο γκρίζος, πιο ποντικός.
Μπήκε σε αυτό το συμπαθητικό μαγαζί, ληθηνόη πρέπει να το έλεγαν, είχαν ανάψει το τζάκι. Μια παρέα, άντρες μόνο... Ένα ζευγάρι δίπλα στο τζάκι. Το στομάχι της γουργούριζε κι αποφάσισε να πιεί κονιάκ, θα φτιάξω ένα φλεγόμενο μονοπάτι απο το στόμα ως το ωραίο μου μουνί δικαιόλογησε νοερά την επιλογή της. Πως και μόνη της είπε ο μπάρμαν, το μωρό μου είναι για επισκευή του είπε, εννοώντας τον περιβόητο Τζώνυ, τον δύστροπο υπολογιστή της. Στο μυαλό της κλωθογύριζε σύρματα, σκληρό υλικό, βρώμικα λόγια, και ματωμένα πρόσωπα.
Μέχρι τις μία παρά κάτι, όλα αυτά τα είχε σβήσει, μια επίμονη ανάγκη να βρίσει την παρέα των άθλιων. Μιλούσαν για τον στρατό, οτί τους άλλαξε, ότι αν έχουν αρχίδια αυτοί, να δηλώσουν άρνηση, κι όχι να παριστάνουν τους τρελάκιες κι ότι "αυτό", εκείνοι πήγαν, δεν πέρασαν άσχημα, και ξέρουν από μέσα "το καταλαβαίνεις?".
Και δεν ήταν ότι ήταν εγωκεντρική, αλλά αυτό το καταλαβαίνεις το πήρε πολύ προσωπικά. Ρε ούτε να καταλάβω ούτε να σε ακούσω θέλω, φώναξε. Αρχίσαν το πανηγυράκι αυτοί, το έχει, λέγαν μεταξύ τους, δυνατά ως συνήθως. Πλησίασε στο τραπέζι τους, ούτε χρόνος δεν πάει τους λέει που πετάξαν χειροβομβίδα στο στέκι για τους αντιρρησίες, δίπλα είναι που τους φυλακίσαν σαν δημόσιους εχθρούς, δεν ντ...
ΒΑΓΙΑ!!
Μια φωνή την έβγαλε απο τη ζοχάδα της, γύρισε κοίταξε, ο Μηνάς, δίπλα στο τζάκι, του γέλασε σαν μωρό που το βγάζουν απο τον ύπνο του με φιλιά. Σας είδα και στον στρατό, τι αλάνια ήσασταν, αλλά εκεί κι οι φωνές κι οι λυγμοί γαργάρα τους γύρισε. Α ώστε πήγες στρατό του γέλασε. Ναι και δεν θέλω να θυμάμαι πως πέρασα. Η Βάλια τους είχε γυρίσει πια την πλάτη δικαιωμένη κι ένιωθε ένα αεράκι να της φυσάει τον σβέρκο.
Κατά τις τρεις ο Μηνάς ένιωθε πάρα πολύ ευχαριστημένος. Δεν το είχε πολυκαταλάβει το παραμύθι που του έλεγε η Βάλια χάζευε κυρίως το στόμα της. Κάποιος πέρασε και τους είπε ότι μπουκάλια πέσανε στην μουσών, σε ένα " επίσημο αμάξι" γελάσαν καθώς σκέφτηκαν, το "επίσημο αμάξι", το πλακόστρωτο, τους μποέμ να βγαίνουν απο την βραδινή τους μαστούρα, με κρότο.
Κατά καιρούς την έβλεπε με αγόρι, σπάνια το ίδιο, του έβγαζε όμως πάντα μια περίεργη συστολή, γι αυτό προτίμησε να την πεθυμήσει απο το να της χωθεί. Αρνήθηκε στον εαυτό του ακόμη και την ευχαρίστηση να φιληθούν στα μάγουλα, όταν την άφησε στο σπίτι της. Στον δρόμο μόνο καμιά φορά, όπως αυτή καθόταν στον σκελετό του ποδηλάτου, έφερνε το στόμα του κοντά στον σβέρκο της.
Κι η Βάλια ζεσταινόταν με αυτό, κι έριχνε τα μαλλιά της στο πλάι.
Πριν το καληνύχτα του φάνηκε λίγο μεγαλύτερη απο ότι συνήθως και λίγο πιο μεθυσμένη, είσαι καλά την ρώτησε.
Καλά είμαι εγώ, εσύ?
Καλύτερα τώρα της είπε και το εννοούσε.
Ξύπνησε ταραγμένος, είχε ονειρευτεί μια κοπέλα που την λέγαν λεύκα πεσμένη κάτω απο μια γέφυρα, που πονάς την ρωτούσε κι αυτή φώναζε παντού και έκλαιγε και δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να την βοηθήσει, λες κι ένα τζάμι υπήρχε ανάμεσα τους, και οι φωνές της μακραίναν συνέχεια. Α ρε Βάλια μουρμούρισε κι εσύ και τα παραμύθια σου.
Στον ύπνο της η Βάλια κατέβαινε το ποτάμι, απο την στεριά αυτήν την φορά. Στο τέρμα, δίπλα απο την θάλασσα την περίμενε ένα λεωφορείο, παμπάλαιο, σαν αυτό που την πήγαινε στο σχολείο της σε μια άλλη εποχή, και σε ένα άλλο μέρος.
Ενας νεαρός μάγος έκανε με έναν λοστό, να πηδάνε απο το έδαφος, βίδες, καρφιά, ανοιγμένα στην άκρη τους. Κοίταξε τις μαύρες μπότες της έριξε τα μαλλιά της στο πλάι, αν χρειαστεί θα φύγω με τα πόδια του είπε, δεν το κάνω για να μείνεις της είπε, το κάνω γιατί δεν το αντέχω να φεύγεις τόσο λυπημένη.
Ξύπνησε κι ήταν μία απο τις ελάχιστες φορές που σημείωσε το όνειρο της σε μπλοκάκι, μία απο τις λίγες φορές που έβαλε στο κουτί με τα ψέμματα και τον έρωτα και την μαγεία, για να εξηγήσει στον εαυτό της τα όνειρα της.
Θα φύγω, μην έρθεις αν δεν θες, είπε στον Τζώνυ, που ήταν νεκρός μέρες τώρα. Είχε ανοίξει το κουτί μπας και μπορέσει να τον φτιάξει, η μύγα είχε βρει έξοδο πολύ πιο άνετη απο την είσοδο της, η αράχνη είχε βρει τον θάνατο κάτω απο ένα πανί που βρώμαγε αμμωνία.
Η μύγα επιχείρησε να την φιλήσει στην μύτη, γέλασε με τη σιχασιά της και την σπασμωδική της κίνηση.
Δεν μπορείς να αφήνεις να σε ακουμπάνε, με αυτόν τον τρόπο, όταν πριν έχουν ακουμπήσει σκατά είπε και δεν είχε καμιά όρεξη για ενοχές, ούτε για κλάμματα, Κυριακή μεσημέρι, με μια ολόκληρη ζωή μπροστά της να κανονίσει.
συνεχίζεται...